Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Δεν άντεξα την κοροϊδία της μάνας μου, πως θα αντέξω την ντροπή προς τον Χριστό;




Διηγήθηκε ἕνας γέροντας, ὅτι κάποιοςἀδελφός, θέλοντας νὰ ἀναχωρήσῃ, ἐμποδιζότανἀπὸ τὴν μητέρα του. Αὐτὸς δὲν παραιτοῦντανἀπὸ τὸν σκοπὸ τοὺς λέγοντας ὅτι θέλει νὰ σώσῃτὴν ψυχή του.
Μετὰ ἀπὸ τὰ πολλά, ἡ μητέρα του δὲνμποροῦσε ἄλλο νὰ τὸν ἐμποδίζῃ καὶὑποχώρησε. Αὐτὸς δὲ ἀφοῦ μόνασε, κατανάλωσε ὅλη του τὴν ζωὴ στὴν ἀμέλεια.
Ἔγινε δὲ νὰ πεθάνει ἡ μητέρα του, καὶ μετὰἀπὸ ἕναν χρόνο αὐτὸς νὰ ἀσθενήσῃ βαριά. Τότε βρέθηκε σὲ ἔκσταση καὶ τοῦ φάνηκε ὅτι πῆγε νὰ κριθῇ καὶ βρίσκει καὶ τὴν μητέρα του μεταξὺτῶν κρινόμενων.
Τότε ἐκείνη τοῦ λέει ἔκπληκτη: Τί εἶναι αὐτὸπαιδί μου, καὶ σὺ ἦλθες γιὰ νὰ κριθῇς;  
Καὶ ποῦ εἶναι τὰ λόγια σου ποὺ ἔλεγες ὅτι θὲςνὰ σώσῃς τὴν ψυχή σου;  

Ἐκεῖνος τότε καταντράπηκε μὴ ἔχοντας νὰτῆς ἀπαντήσῃ. Κατ’ οἰκονομία ὅμως τοῦφιλάνθρωπου Θεοῦ, ἀφοῦ εἶδε αὐτά, ἔγινε καλά· καὶ σκεφτόμενος ὅτι ἀπὸ Θεοῦἦταν ὅτι εἶδε, κλείστηκε στὸν ἑαυτό του καὶ τὸ ὑπόλοιπό του βίου τοῦ τὸ πέρασε μὲ μετάνοια καὶ κλαίοντας γιὰ ὅτι ἔπραξε πρίν.
Τόση ἦταν αὐτοῦ ἡ κατάνυξη, ὥστε πολλοὶ παρακαλοῦσαν νὰ τὸν δοῦν,φοβούμενοι μήπως πάθει τίποτε ἀπὸ τὸ πολὺ κλάμα.
Αὐτὸς δὲν ἤθελε νὰ παρηγορηθεῖ λέγοντας: Δὲν ἄντεξα στὴν κοροϊδία τῆςμάνας μου, πῶς λοιπὸν θὰ ἀντέξω τὴν ντροπὴ πρὸς τὸν Χριστὸν καὶ τοὺςἈγγέλους τὴν μέρα τῆς κρίσης;