Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΦΑΝΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΥ ΙΕΡΕΩΣ Π. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΕΤΤΑ ΣΕ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ


15
Ένα απειροελάχιστο μέρος θαυμαστών αποδείξεων παρατίθεται παρακάτω, αφού κατά θεία παραχώρηση θά έχετε τήν ευκαιρία νά διαβάσετε μία μοναδική φανέρωση στό Νοσοκομείου τού Αγίου Ανδρέου Πατρών τού ηγιασμένου ιερέως Νικολάου Α. Πέττα (+4/1/2000)!
Επίσης θά αναγνώσετε θαυμαστή μαρτυρία γιά τόν π. Νικόλαο πού σύνταξε ο αείμνηστος αστυνομικός Παναγιώτης, ο οποίος έγινε μέ πολύ δυνατό τρόπο μύστης αυτής τής αγιοφάνειας.

Η όλη παρουσίαση πού ακολουθεί είναι  Θαύματα πού δημιουργούν στήν καρδιά τού πιστού μία κατάσταση ειρήνης καί χαράς, χωρίς όμως ποτέ νά αποβλέπουν στήν επίδειξη καί τόν εντυπωσιασμό. Στήν περίπτωση αυτή, τά αίτια πού έλκουν τή Χάρη τού Θεού, δέν είναι άλλα από τήν Πίστη, τήν ταπείνωση καί τήν αγάπη, τά οποία στολίζουν τίς ψυχές εκείνων πού προκαλούν αυτά τά Θαύματα, αλλά καί κάποιων από εκείνους πού γίνονται αποδέκτες τέτοιων Θαυμάτων. Είναι θαυμαστοί τρόποι πού παρουσιάζουν θαυμαστές παρεμβάσεις τού Θεού καί τών Αγίων Του στήν καθημερινή μας ζωή.

Τό 2006 ο αείμνηστος αστυνομικός Χρήστος Π. Αναγνωστόπουλος από τήν γενέτειρά μου Πάτρα καταγράφει μιά συγκλονιστική μαρτυρία γιά τόν π. Νικόλαο: «Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, τό Πνεύμα τής αληθείας, ο πανταχού παρών καί τά πάντα πληρών, ο θησαυρός τών αγαθών καί ζωής χορηγός, ελθέ καί σκήνωσον εν ημίν καί  καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος καί σώσον, Αγαθέ τάς ψυχάς ημών.

Κατόπιν προφορικής αιτήσεως τών αιδ. πρωτ. Στεφάνου καί τού οσιολ. ιερομ. πνευματικού π. Ευθυμίου Αγιορείτου μέ φόβο Θεού, πήρα τήν πέννα καί πρός Δόξα Θεού καί ενίσχυση τής πίστεως τών ανθρώπων καί εμού τού ελαχίστου, θά γράψω λίγα λόγια από τίς πνευματικές νουθεσίες τού Πατρός Νικολάου Α. Πέττα.

Τόν π. Νικόλαο τόν γνώρισα λίγα χρόνια πρό τής κοιμήσεώς του από πληροφορίες ευσεβών χριστιανών. Θυμάμαι ότι ήθελα νά τόν συναντήσω, αλλά λογισμοί αμαρτίας μέ απέτρεπαν. Τελικά ενέργησε η Χάρη τού Θεού καί τόν επισκέφθηκα στό εργαστήριο απέναντι από τό σπίτι του, λίγο πιό κάτω από τόν Ιερό Ναό Αγίου Βασιλείου Ζαρουχλεΐκων, όπου ιερουργούσε. Χτύπησα τό κουδούνι τής πόρτας τής οικίας του, όπου βγήκε η σεβαστή του Πρεσβυτέρα καί μού άνοιξε, ζήτησα τόν π. Νικόλαο καί εκείνη μού είπε: «Καλώς τον, σάς περίμενε!!!».

Κατέβηκε από τήν οικία του ο π. Νικόλαος μέ τήν φράση: «Έλα, ευλογημένε», καί αφού τού φίλησα τό χέρι, μέ οδήγησε στό εργαστήριό του κάτω καί απέναντι από τήν οικία του, διότι πρίν γίνει ιερεύς, ήτο καθηγητής Τεχνικής Σχολής. Μέ δέχθηκε γιά πρώτη φορά, μέ πατρική καί πνευματική Αγάπη, πού ακόμη αισθάνομαι έντονα και, αφού φόρεσε τό πετραχήλι, καθίσαμε στό τραπέζι – πρόχειρο γραφείο, πού διατηρούσε (σάν εκκλησάκι τό είχε), καί αφού έγιναν συστάσεις καί τού δήλωσα τό όνομα καί τήν ταυτότητά μου,αστυνομικός τό επάγγελμα, άρχισε νά μού δίνει πνευματικές νουθεσίες, συμβουλές.

Ώ τού θαύματος! Λίγα λεπτά μετά τίς νουθεσίες του, διακόπτει καί εντελώς έξαφνα γιά εμένα μού λέγει: «Μήν ασχολείσαι μέ τούς Παλαιοημερολογίτες, δέν βγάζεις άκρη». Χωρίς νά τό γνωρίζει, ασχολιόμουν εκείνο τόν καιρό μέ τούς παλαιοημερολογίτες, διότι έχω συγγενείς πατέρα – μητέρα – αδελφό – θείες, πού είχαν προσχωρήσει στό παλαιό ημερολόγιο, καί προσπαθούσα νά τούς πείσω περί τού αντιθέτου, περί μιάς, Αγίας, Καθολικής καί Αποστολικής Εκκλησίας. Έμεινα έκθαμβος καί εσωτερικά συγκινημένος, καταλαβαίνοντας ότι θεία Χάρη επισκέφθηκε τόν π. Νικόλαο καί τόν ενημέρωσε γιά τό γεγονός. Δέν ρώτησα τίποτα. Τί νά ρωτήσω εγώ ο πνευματικά φτωχός, αφού σκέφθηκα ότι τά αδύνατα παρά τοίς ανθρώποις δυνατά παρά τώ Θεώ γίνονται;

Ο π. Νικόλαος, μετά από αυτό τό διορατικό συνέχισε αμέσως, τίς πατρικές νουθεσίες περί προσευχής καί μιλούσε, έδινε συμβουλές, προσευχόταν συγχρόνως, καί πολλές φορές συγκινείτο καί ενίσχυε τήν ολιγοπιστία μου, τήν οποία είμαι σίγουρος ότι γνώριζε Χάριτι Θεού.

Π. Νικόλαε, πώς μπορεί νά σωθεί ο άνθρωπος; τόν ρώτησα: «Μ.Ε.Θ.Ε., παιδί μου, Μ.Ε.Θ.Ε.», μού απάντησε, εξηγώντας μου τά αρχικά τής λέξεως Μ.Ε.Θ.Ε. = ΜΕΤΑΝΟΙΑ – ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ – ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ.

«π. Νικόλαε είμαι αμαρτωλός καί πέφτω σέ αμαρτίες! Πώς μπορώ νά σωθώ;» συνέχισα. «Αδελφέ μου, κάθε φορά πού θά πέφτεις θά σηκώνεσαι μέ τήν θεία εξομολόγηση. Νά μήν ολιγωρείς καί μένεις στήν πτώση, αλλά πάντοτε νά σηκώνεσαι μέ τήν θεία εξομολόγηση». Μέ ρώτησε ποιόν έχω πνευματικό καί όταν τού είπα τόν π. Βασίλειο Μπακογιάννη, έδειξε πολύ ικανοποιημένος καί μού συνέστησε νά επισκεφτώ εν ευθέτω χρόνω καί τόν π. Στέφανο Αναγνωστόπουλο, γιά νά λάβω τήν ευχή του, όπως καί έπραξα, μένοντας κατενθουσιασμένος. Τόν π. Νικόλαο τόν επισκεπτόμουν κατά αραιά διαστήματα.

Πάντοτε μέ συμβούλευε καί μέ ενίσχυε στήν ολιγοπιστία μου. Μού έλεγε τά εξής: «Αδελφέ μου, ο άνθρωπος είναι σάν τήν μπαταρία τού αυτοκινήτου, πού αδειάζει καί θέλει γέμισμα από τήν Εκκλησία», τονίζοντάς μου τά μυστήρια τής Εκκλησίας καί δείχνοντάς μου ότι αυτά τά γεμίζει η πνευματική μπαταρία τού ανθρώπου καί οδηγείται πρός τόν Θεό. Κάποτε μού εξιστόρησε τό εξής γεγονός: «Πήγα, παιδί μου, στόν Άγιο Νικόλαο στά Σπάτα Αχαΐας, γιά νά προσκυνήσω καί νά προσευχηθώ στόν Άγιό μου. Κάποια στιγμή επείνασα. Από πού όμως νά ζητήσω φαγητό. Δέν ζήτησα από πουθενά από επιφύλαξη. Τότε μού ήλθε ο λογισμός από τόν Άγιο Νικόλαο νά βάλω στό στόμα μου λίγες σταγόνες λάδι από τό καντήλι του, πράγμα πού έκανα καί αμέσως, αδελφέ μου, εχόρτασα».

Μέ τό ανωτέρω γεγονός καί μέσα στήν συγκίνησή μου ο π. Νικόλαος μέ έκανε νά θυμηθώ τούς πέντε άρτους καί τρείς ιχθείς, μέ τούς οποίους ο Αρχηγός τής Εκκλησίας μας Θεάνθρωπος Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εχόρτασε τό λαό τών πέντε χιλιάδων ανθρώπων, πού άκουαν τήν ομιλία του καί επείνασαν.

Κάποια άλλη φορά μού εξήγησε ότι είχε στήν κατοχή του ένα μικρό λείψανο Αγίου, πού ευωδίαζε. Μού είπε νά τό προσκυνήσω καί όντως ευωδίαζε. Κανείς δέν ήταν σίγουρος τίνος Αγίου ήταν, αλλά τό ίδιο τό λείψανο τόν ενημέρωσε Χάριτι Θεού ότι ήταν τού Αγίου Οσιομάρτυρος Κοσμά τού εν Σκλαβαίνοις (+19-12-1006), συνάθλου καί συμμοναστού τού Ιερομάρτυρος Βλασίου τού Ακαρνάνος (η λειψανοθήκη αυτή σήμερα φυλάσσεται στό Κειμηλιαρχείο τού Ναού τής Παναγίας τής Αλεξιώτισσας Πατρών). Κάποτε μού έδωσε μικρό τεμάχιο υφάσματος από τό κάλυμμα-σουδάριο τού Αγίου Γερασίμου τού εν Κεφαλληνία καί κομμάτι από τήν εμβάδα τού Αγίου Διονυσίου τής Ζακύνθου γιά ευλογία, τά οποία διατηρώ πολλά χρόνια. Ευωδιάζουν καί τά έχω γιά φυλακτό.

Ο π. Νικόλαος μιλούσε, συμβούλευε, προσευχόταν, συγκινείτο, γιά πολλή ώρα, μεταρσιώνοντας τήν ομιλία του – συμβουλές σέ πνευματική έκσταση, καί μαζί του αισθανόσουν αυτό, πού ρητά αναφέρει ο ίδιος ο Κύριος, «όπου δύο ή τρείς συνηγμένοι εις τό εμόν όνομα εν τώ μέσω αυτών ειμί..».

Είμαι βέβαιος πώς, ό,τι έλεγε ο π. Νικόλαος, δέν τό έλεγε γιά τόν εαυτόν του, αλλά μέ πλήρη ταπεινότητα, εξωτερικεύοντας κάποιες φορές τήν συγκίνησή του γιά τό θείο, ενισχύοντας έτσι τήν δική μας ολιγοπιστία πρός καλυτέρευση τού εαυτού μας μέσα από τά μυστήρια τής Εκκλησίας μας. Μέ έκανε νά αισθάνομαι ότι υπάρχει Θεός καί ότι ο Θεός φανερώνεται μέσα από αποκαλύψεις, ιδιαιτέρως στίς ταπεινές ψυχές, αλλά καί τό Πνεύμα τό Άγιον όπου θέλει πνεί, ακόμη καί στόν χειρότερο αμαρτωλό. Ο π. Νικόλαος συμβούλευε: «Εμείς οι χριστιανοί πρέπει νά φιλούμε ο ένας τό χέρι τού άλλου. Νά εξασκούμαστε στήν ταπεινότητα, νά συγχωρούμε ο ένας τόν άλλο». Κάποια φορά μέ ενηγκαλίσθη μέ απεριόριστη Αγάπη, πού δέν μπορώ νά τήν εξηγήσω, αλλά τήν αισθάνθηκα, καί έσκυψε νά φιλήσει τό αμαρτωλό μου χέρι. Φυσικά αντιστάθηκα καί έσκυψα εγώ καί φίλησα τό δικό του χέρι τό ιερατικό, τό αποστολικό.

Είχε πνευματικούς δεσμούς μέ Αγίους Γέροντες τού Αγίου Όρους καί άλλους, πολλών από τούς οποίους είχε ως εικονίσματα στό γραφείο του, τού π. Παϊσίου, τού π. Εφραίμ Κατουνακιώτη, τού π. Πορφυρίου, τού π. Ιάκωβου Τσαλίκη, τού π. Δημητρίου Γκακαστάθη, τού παπα-Νικόλα τού Πλανά. Από τήν Μονή Διονυσίου τού π. Γαβριήλ, τού π. Χαραλάμπους καί τού π. Θεοκλήτου. Επίσης τού π. Εφραίμ τού Φιλοθεΐτη, τού π. Ιωσήφ τού Ησυχαστού καί τού Βατοπαιδινού. Επίσης σεβόταν καί γέροντες εκτός τού Άθωνα, όπως τόν π. Ευμένιο καί τόν π. Νικηφόρο τόν Λεπρό, τόν π. Ιάκωβο Τσαλίκη, τόν π. Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο, τόν π. Ευσέβιο Γιαννακάκη τούς αδελφούς Ευμένιο καί Παρθένιο τής Κρήτης κ.ά.

Επίσης ένδακρυς μιλούσε μέ πολύ σεβασμό γιά τήν Κωνσταντινούπολη καί τόν Οικ. Πατριάρχη μας κ.κ. Βαρθολομαίo. Μάλιστα είχε μία μεγάλη κορνίζα που περίκλειε δύο φωτογραφίες, μία μέ τήν Αγία Σοφία πού είχε τήν επιγραφή «ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ / ΕΔΩ ΚΤΥΠΑ Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ» (μάλιστα στούς μιναρέδες τής Αγίας Σοφίες τούς είχε βάψει μέ μπλάνκο, ώστε νά σχηματίσουν κεραυνούς. Μέ αυτό υπονοούσε ότι θά καταστραφούν από τήν θεϊκή οργή σάν ξένο σώμα πού είναι), καί μία άλλη μέ τόν Πατριάρχη. Καί τούς δύο τούς ασπαζόταν μαζί. Έτσι φιλούσε μέ συναίσθηση καί πόνο καρδιάς μία τήν αψίδα τού ιερού του Ναού, μία τήν δεξιά του Πατριάρχη.

Γι’ αυτά χαρακτηριστικά ανάφερε τά εξής: «Η πρωτεύουσα τής ρωμιοσύνης είναι η αιώνια Βασιλίδα τών πόλεων Κωνσταντινούπολη, άς έχουν στούς χάρτες ως πρωτεύουσα τής Ελλάδας τήν Αθήνα. Ο Οικ. Πατριάρχης μας είναι σπάνιος καί ικανότατος ηγέτης πού ζεί καί παλεύει ανάμεσα σέ συμπληγάδες πέτρες μαρτυρώντας. Στά βάθη τής καρδιάς του είναι καί μεγάλος Ρωμιός. Στή σεπτή μορφή του βλέπω τόν πρώτο τής Ορθοδοξίας καί τόν άρχοντα τής ρωμιοσύνης». Ακόμα έλεγε κάτι πολύ μοναδικό καί ίσως προφητικό: «Εγώ τόν γνωρίζω τόν Οικ. Πατριάρχη μας καί άς μήν έχουμε συναντηθεί από κοντά. Καί εκείνος θά έρθει καιρός πού θά μέ αναζητήσει καί θά μέ μάθει καί θά μέ βρεί μέ τρόπο μοναδικό!».

Κάποτε πήρε τηλέφωνο κάποια γυναίκα στήν Πάτρα, η αείμνηστη Γεωργία Καραμούζη, η οποία ήταν παραπληγική γιά τριάντα καί πλέον χρόνια, μέ τήν οποία αφού συμφώνησε, μού τήν έδωσε στό τηλέφωνο καί μού μίλησε, συμβουλεύοντάς με γιά λίγα λεπτά. Εκείνο πού θυμάμαι καί μού έμεινε, είναι η εξής συμβουλή της: «Νά μήν ασχολείσαι μέ τά κοσμικά καί τά γήινα, αλλά μέ τά επουράνια καί τά Άγια»,αισθάνθηκα ότι μού μιλούσε ένας Άγγελος.

Αδελφοί μου, ο π. Νικόλαος Πέττας, μού μίλησε πάρα πολλές ώρες καί μέσα στήν πνευματική μου φτώχεια κράτησα αυτά τά ολίγα καί τά κατέγραψα, μέ τά όποια μου λάθη. Ευχαριστώ τόν Θεό, πού μέ αξίωσε νά γνωρίσω ένα τέτοιο Πατέρα – Γέροντα ο οποίος θά πρεσβεύει στόν Κύριο γιά μάς. Νά έχουμε τήν ευχή τού π. Νικολάου. Θαυμαστός ο Θεός εν τοίς Αγίοις καί τοίς Οσίοις Αυτού!
 
Τέλος καί τώ Θεώ δόξα.
Ο ελάχιστος καθ’ όσον μού εζητήθη νά γράψω τό όνομά μου: Χρήστος Π. Αναγνωστόπουλος, Ζαΐμη 8 Ρίον Πατρών, 27-06-2006, τηλ 2610-990331».

Μετά τήν μαρτυρία τού αειμνήστου Παναγιώτη η σύζυγός του κ. Αικατερίνη κατόπιν συνομιλίας μου μέ εκείνη πού κατέθεσε στίς 8-03-13, τήν αγιοφάνεια τού π. Νικολάου πού έλαβε χώρα στό Νοσοκομείου τής Πάτρας «Άγιος Ανδρέας», πλησίον τού κοιμητηρίου όπου αναπαύεται ο π. Νικόλαος στήν Παναγία τήν Αλεξιώτισσα: «ΑΓΙΟΦΑΝΕΙΑ π. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΕΤΤΑ».

«Άγιοι τού Θεού πρεσβεύσατε υπέρ υμών». Αυτή η ευχή μέ συντρόφευε στήν καθημερινή μου ασχολία γιά πολύ καιρό, πρίν συμβεί τό περιστατικό πού θά σάς περιγράψω μέ πολύ συναίσθηση καί γιά τήν δόξα τού Θεού.

Στίς 8 Ιανουαρίου 2013 ημέρα Τρίτη ασθένησε ο σύζυγός μου Χρήστος Αναγνωστόπουλος σέ ηλικία 54, λίγες ώρες μετά τό μεσημεριανό φαγητό, μέ έντονους πόνους καί εμετούς. Τόν μεταφέραμε στό πλησιέστερο Νοσοκομείου τού Ρίου, όπου μάς είπαν ότι εφημερεύει τό Νοσοκομείο τού Αγίου Ανδρέα Πατρών». Αμέσως πήγαμε εκεί στά εξωτερικά στό εφημερεύον νοσοκομείο Άγιος Ανδρέας, όπου εκεί διαγνώστηκε ότι έπασχε από λάσπη στή χολή καί οξεία παγκρεατίτιδα. Μεταφερθήκαμε τήν επόμενη ημέρα Τετάρτη στό δωμάτιο 206 τής παθολογικής κλινικής καί οι γιατροί συνέστησαν συνεχή παρακολούθηση, επειδή ήταν δύσκολη η κατάσταση, χωρίς φαγητό καί νερό καί πρότειναν νά κάνουμε υπομονή, καθώς η περίπτωση αυτή κρατάει αρκετές μέρες.

Ο σύζυγός μου έχοντας πόνους καί δυσχέρεια αναπνοής βρισκόταν σέ ανησυχία καί μού ζήτησε νά τηλεφωνήσω στήν Ιερά Μονή Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων, καθώς είχε στενούς πνευματικούς δεσμούς μέ τούς Πατέρες εκεί. Μάλιστα μού είπε απέξω καί τόν αριθμό τού τηλεφώνου τής Μονής.

Βγήκα στό διάδρομο καί μίλησα μέ τόν Ηγούμενο τού μοναστηριού, τόν αρχιμανδρίτη π. Ευσέβιο γιά λίγα λεπτά. Έτσι ενημέρωσα τήν Μονή καί ζήτησα τήν προσευχή τους, όπως μού είπε ο σύζυγός μου Χρήστος. Τελειώνοντας τό τηλεφώνημα καί γυρίζοντας νά μπώ στό δωμάτιο άκουσα ένα «Γειά!» καί στρέφοντας, παρατήρησα νά έρχεται από τό βάθος τού διαδρόμου ένας άγνωστος ιερέας μέ ταχύ σταθερό βήμα, χαμογελαστός, «ασκεπής» καί ράσο πού δέν ακουμπούσε στό έδαφος καί διακρίνονταν τά παπούτσια του.

Πλησίασα στό κρεβάτι τού συζύγου μου, όπου βρισκόταν δίπλα στό παράθυρο καί ήταν περιτριγυρισμένο από κουρτίνες γιατί πονούσε καί έτσι διακριτικά τίς κλείναμε γιά νά μήν ενοχλούσαμε τούς άλλους ασθενείς. Άρχισα νά τού μιλώ γιά τό τηλεφώνημα καί άκουσα πάλι τό «Γειά!». Εμφανίστηκε από τήν άλλη πλευρά τού κρεβατιού, πρός τά πόδια, ο άγνωστος σέ μένα ιερέας πού είχα δεί στό διάδρομο. Αμέσως ο Χρήστος έστρεψε τό βλέμμα του σάν νά τόν περίμενε καί τού ζήτησε νά εξομολογηθεί. Έτσι γιά λίγα λεπτά συνεννοούνταν μέ ένα δικό τους τρόπο, καί στό τέλος εκείνος ο ιερέας υψώνοντας τό δεξί του χέρι πρός τά επάνω μέ γλυκύτητα, τού χαμογέλασε καί τού είπε «Εντάξει! Αύριο πάλι θά έρθω!» καί γύρισε καί έγινε άφαντος.

  Αναρωτήθηκα ποιός ήταν, δέν τόν αναγνώρισα καί έτσι ρώτησα τόν σύζυγό μου, ο οποίος δέν μού απάντησε, παρά μόνο μού έκανε ένα νεύμα μέ τό κεφάλι, σάν νά μού λέει «άστο, είναι δικό μας θέμα». Μέ παραξένεψε η άμεση αντίδραση τού συζύγου μου, καθώς φάνηκε σάν νά τόν περίμενε καί σάν νά τόν είχε καλέσει ο σύζυγός μου, αλλά πώς ...

  Επιπλέον, μού έκανε εντύπωση η μορφή τού ιερέα, αφού μού ήταν άγνωστη, ούτε είχε καμία σχέση μέ τόν εφημέριο τού Νοσοκομείου π. Ιωάννη Σταυρόπουλο, όπου τόν είδα κατά τύχη μετά από πολύ καιρό. Ήταν μέτριου αναστήματος, αδύνατος, ηλικίας γύρω στά 55, μέ κοντή γενειάδα καί τά μαλλιά του γιά δευτερόλεπτα μού φάνηκαν αρχικά γκρίζα, αλλά τελικά η εντύπωση πού μού έμεινε ήταν ότι ήτανε ξανθά, σάν φωτεινά, αφού τόν συνόδευε κάτι σάν φωτοστέφανο. Μετά από αυτό τό γεγονός ασχολήθηκα, μέ τά παιδιά μου, μέ τόν βαριά ασθενή σύζυγό μου γιά τήν υπόλοιπη ημέρα.

  Τήν επόμενη ημέρα τό πρωί θυμήθηκα τό γεγονός καί σκεπτόμενη «Σήμερα θά έρθει ο παπούλης γιά νά μιλήσουνε πάλι», αφού είχε πεί ο ιερέας «Εντάξει! Αύριο πάλι!», ρώτησα ξανά τό σύζυγό μου ποιός ήταν ο χθεσινός ιερέας πού τόν επισκέφτηκε καί συνεννοήθηκαν. Εκείνος πάλι συγκινημένος δέν απάντησε, έκανε ξανά τό ίδιο νεύμα. Εγώ επιμένοντας τόν ρώτησα εάν ήταν κάποιος από τό παλαιό ημερολόγιο, επειδή εγώ δέν ήξερα κανέναν μέ τό παλαιό, όμως ο Χρήστος γνώριζε, αφού οι γονείς του είναι μέ τό παλαιό ημερολόγιο. Αυτή τή φορά μού απάντησε μέ ένα αυστηρότητα «Όχι!».

  Η κατάσταση εκείνη τήν μέρα Πέμπτη 10/01/2013 εξελίχθηκε πολύ γρήγορα καί άσχημα. Έτσι ο σύζυγός μου κοιμήθηκε στίς 16:00 περίπου τό απόγευμα καθώς τόν μεταφέρανε στήν Εντατική. Αυτό πού έκανε εντύπωση ήταν η μακαριότητα πού είχε τό πρόσωπό του, άν καί ταλαιπωρήθηκε πολύ πρίν κοιμηθεί. Ύστερα από μερικές ώρες, όταν αποχωρούσα από τό νοσοκομείο μαζί μέ τόν γιό μου Παναγιώτη, επανήλθε στό μυαλό μου τό γεγονός καί αυτομάτως κατάλαβα τί είχε συμβεί. «Άγιος τού Θεού μας είχε επισκεφτεί καί ετοίμασε τόν Χρήστο!». Τό ανέφερα στόν Παναγιώτη καί εκείνος μού ζήτησε τήν περιγραφή τού ιερέα. Μού απάντησε αμέσως, «Ο παπα-Νίκος ο Πέττας θά ήτανε!». «Μά παιδί μου δέν μπορώ νά ξέρω, αφού μία φορά τόν είχα δεί σέ μία λειτουργία καί δέν τόν θυμάμαι καθόλου».

Γνωρίζαμε βέβαια πόσο πολύ ευλαβείτο ο Χρήστος τόν ηγιασμένος π. Νικόλαο Πέττα, αφού έλεγε παντού ότι τό πιό μεγάλο πνευματικό γεγονός τής ζωής του ήταν η γνωριμία του μέ αυτόν τόν φημισμένο ιερέα. Μάλιστα τόν τελευταίο καιρό μάς έλεγε ότι μέ θαυμαστό τρόπο στή γιορτή του 6 Δεκεμβρίου τού 2012, πήρε κοντά του τήν αγαπημένη ηρωίδα πρεσβυτέρα του Ανθή, καί άλλα πολλά. Γενικά, μού τόνιζε συνέχεια πόσο τυχερός ήταν πού γνώρισε ένα τέτοιο Άγιο τής εποχής μας, όπως τόν π. Νικόλαο.

  Τό γεγονός τό μετέφερα επίσης στήν κόρη μου Σοφία, η οποία έπειτα από μερικές μέρες, συνδυάζοντας τήν σκέψη τού αδερφού της καί τήν περιγραφή τή δικιά μου, θέλησε νά ψάξει ποιός ήταν η μορφή πού είχε φανερωθεί στό Νοσοκομείο. Μέ φώναξε στό δωμάτιό της καί μού έδειξε κάποια φωτογραφία πού είχε βρεί στό διαδίκτυο. Αμέσως αναγνώρισα σ’ αυτήν τή μορφή, τή μορφή τού ιερέα, ο οποίος ατένιζε πρός τά άνω, καί είχε εμφανιστή μέ θαυμαστό τρόπο πρίν λίγες μέρες. Από κάτω έγραφε «Ο ΣΗΜΕΙΟΦΟΡΟΣ π. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΕΤΤΑΣ / 1941 - +4/1/2000». Καταλαβαίνετε τά συναισθήματά μας! Δοξάζουμε τόν Θεό πού καί στή δύσκολη εποχή μας αναδεικνύει τούς εκλεκτούς του!».

  Μ’ αυτή τή μοναδική του εμφάνιση, λοιπόν, ο θαυματουργός ηγιασμένος λευίτης Νικόλαος Α. Πέττας έδειξε πώς όσοι τόν τιμούν καί τόν σέβονται τούς προστατεύει σέ κάθε βήμα τους καί ακόμα τή δύσκολη στιγμή τής ασθένειάς τούς δίνει κουράγιο καί δύναμη. Αλλά κυρίως τή φοβερή στιγμή πού τό σώμα χωρίζεται από τή ψυχή, έρχεται στίς ταπεινές καί γνήσιες ψυχές γιά νά  τίς συνοδεύει στό θρόνο τού Θεού. Καί όλα αυτά πρός δόξαν Θεού καί ανακούφιση τών χριστιανικών ψυχών πού αναρωτούνται άν στίς στείρες από πνευματικότητα μέρες μας υπάρχουν αληθινοί άνθρωποι τού Θεού, καί μάλιστα ζευγάρια όπως ο π. Νικόλαος μέ τήν πρεσβυτέρα του Ανθή.

Φώτιος Αρ. Δημητρακόπουλος,
Καθηγητής τμήματος Φιλολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών.