Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

H ΜΕΓΑΛΗ ΔΩΡΕΑ

1Όπως ένα κερί ανάβει από ένα άλλο κερί, έτσι και  ένα καλό έργο γεννιέται από ένα άλλο καλό έργο. 

Κάποτε, κάποιος πατρίκιος ήθελε να δωρίσει έναν χρυσό σταυρό σε μία εκκλησία. Κάλεσε έναν νεαρό αλλά έμπειρο χρυσοχόο, του έδωσε πολύ χρυσάφι το οποίο ζύγισε μπροστά του και του είπε να φτιάξει μ' αυτό όποιον σταυρό αυτός επιθυμούσε.

Ο χρυσοχόος, αναλογιζόμενος τη μεγάλη δωρεά που είχε κάνει αυτός ο πατρίκιος, για τη ψυχή του, τρώθηκε με έρωτα για τον Θεό μέσα στην καρδιά του.  

Αποφάσισε λοιπόν να προσθέσει τα δικά του δέκα κομμάτια χρυσού στο βάρος του χρυσού του πατρικίου. Όταν ολοκληρώθηκε το έργο, ο πατρίκιος ζύγισε τον σταυρό και ανακάλυψε ότι ήταν βαρύτερος από το χρυσάφι που εκείνος είχε δώσει στο νεαρό χρυσοχόο.

Άρχισε τότε να μέμφεται τον νεαρό ως κλέφτη, υποπτευόμενος ότι αυτός είχε αφαιρέσει από το αρχικό βάρος του χρυσού και το είχε αντικαταστήσει με άλλο βαρύ μέταλλο. Βλέποντας ο νεαρός τον πατρίκιο τόσο αγριεμένο, ομολόγησε την πράξη του. Είπε: «Πρόσθεσα από δικό μου χρυσάφι, όπως η χήρα που έδωσε το δίδραχμο, για να λάβω μαζί σου κι εγώ μισθό από τον Χριστό».

Τα λόγια αυτά άγγιξαν την καρδιά του πατρικίου και είπε στον έντιμο νεαρό άνδρα: «Από σήμερα σε θεωρώ παιδί μου και κληρονόμο όλων των αγαθών μου»

Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς
«Ο Πρόλογος της Αχρίδος»

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Ιερομάρτυρος Ειρηνάρχου

Ο άγιος Ειρήναρχος έζησε την εποχή του βασιλιά Διοκλητιανού και καταγόταν από την Σεβάστεια. Γεννήθηκε σε οικογένεια ειδωλολατρών και είχε μάθει να αισθάνεται μάλλον απέχθεια προς τους χριστιανούς. Υπηρετούσε τους βασανιστές των χριστιανών στους διωγμούς των. Όμως η συχνή επαφή που είχε με τους μάρτυρες του Χριστού, φώτισε σταδιακά τον Ειρήναρχο. Έβλεπε τους ηρωικούς μάρτυρες πράους αλλά ταυτόχρονα δυνατούς και ακλόνητους στην πίστη τους, τις γυναίκες να υπομένουν τα φρικτά βασανιστήρια με καρτερικότητα και αυταπάρνηση και τους θαύμαζε για το μεγαλείο τους. Η βαθμιαία αυτή μεταβολή στην ψυχή του Ειρηνάρχου κατέληξε στην ομολογία του στο Χριστό. Η ομολογία αυτή του στοίχισε το θάνατο, τον οποίο βρήκε δια αποκεφαλισμού και τον οποίο υπέστη με πλήρη αγαλλίαση.

Εμείς και οι μετανάστες

Η Ευκαιρία φεύγει
Ένας από τους αφορισμούς του Ιπποκράτη περιέχει το πολύ επίκαιρο μήνυμα: «Η ευκαιρία φεύγει», που έχει μεγάλη πρακτική σημασία σε πολλές καταστάσεις στη ζωή αλλά ισχύει και στη σημερινή δύσκολη εποχή που περνάει η πατρίδα μας.
Με αυτό εννοώ ότι στους Έλληνες του σήμερα, και ειδικώς τα τελευταία χρόνια, μας παρουσιάζεται μια μεγάλη ευκαιρία να βοηθήσουμε και να επηρεάσουμε θετικά όλους αυτούς τους αλλοδαπούς που επίσημα ή ανεπίσημα, ή ως λαθρομετανάστες, ή ως τουρίστες έρχονται στη χώρα μας.
Πολλοί από αυτούς προέρχονται από χώρες όπου επί χρόνια κυβερνούσαν αθεïστικά καθεστώτα και επομένως έχουν μεγαλώσει με τέτοιες επιρροές και κατευθύνσεις. Ίσως γι’ αυτό και μερικοί είναι αδίστακτοι και όλοι μας υποφέρουμε από τις βίαιες πράξεις που διαπράττουν.
Μια αντιμετώπιση πιθανόν να είναι η προσπάθεια να βρούμε τρόπο να τους δώσουμε κάποιο μήνυμα που θα τους βοηθούσε να δούνε κάτι καλύτερο από τη βία. Μα είναι δυνατόν αυτό; Είναι. Και ήδη κάποιοι έχουν αρχίσει να το εφαρμόζουν. Για παράδειγμα αναφέρω τον κ. Χατζηιωάννου (Εκδόσεις Άγιος Βαρνάβας), ο οποίος με δικά του έξοδα τυπώνει μικρές εικόνες του αρχαγγέλου Μιχαήλ και πίσω τους γράφουν στα αλβανικά ή στα σλάβικα το «Πάτερ ημών» ή το «Πιστεύω».
Επίσης ο μακαριώτατος Αλβανίας Αναστάσιος έχει φροντίσει να κυκλοφορεί μια εφημερίδα στα Αλβανικά που μπορούμε όλοι να πάρουμε φύλλα της στην οδό Ζαλόγγου 15 στο «Πορευθέντες».
Σίγουρα μερικοί σπουδαστές της φιλολογίας ή της θεολογίας ή ξένων γλωσσών, μαζί με φιλολόγους και θεολόγους, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια μόνιμη ομάδα εργασίας η οποία να μεταφράζει κείμενα που μιλούν για αγάπη, συνεργασία, αδελφοσύνη κ.λπ. τα οποία να τυπώνονται και να μοιράζονται στους ξένους μας. Έστω κι αν είναι 1-2 σελίδες σαν μικρά συνθήματα ή μηνύματα. Θα μπορούσαν επίσης να λειτουργήσουν κι άλλα σχολεία για να μαθαίνουν οι αλλοδαποί ελληνικά.
Η ευκαιρία είναι εδώ, δίπλα μας και φεύγει… ή την αρπάζουμε και βοηθάμε τους δυστυχείς αυτούς ξένους μας να βρουν ελπίδα, σκοπό και φως στο δρόμο της ζωής τους, ή τη χάνουμε και πληρώνουμε τις συνέπειες.
Τα οικονομικά θα βρεθούν είτε από δωρεές, συνδρομές, εράνους ή ίσως και κονδύλια της Ε.Ε. Αρκεί να θελήσουμε τώρα… γιατί η «ευκαιρία φεύγει»… όπως έλεγε και ο Ιπποκράτης.
Δ. Σ. Μποτσέας, ιατρός – χειρούργος
Από το περιοδικό «τα νειάτα»

Ο ουράνιος μισθός από την αρρώστια

–Τι κάνει η μητέρα σου;
–Δεν είναι καλά, Γέροντα. Ανεβάζει κατά διαστήματα ψηλό πυρετό και τότε χάνεται. Το δέρμα της γεμίζει πληγές και τις νύχτες πονάει.
–Ξέρεις; Αυτοί είναι μάρτυρες· αν δεν είναι ολόκληροι μάρτυρες, είναι μισοί.
– Και όλη η ζωή της, Γέροντα, ήταν μια ταλαιπωρία.
–Επομένως ο μισθός της θα είναι διπλός. Πόσα έχει να λάβει! Τον Παράδεισο τον έχει εξασφαλισμένο. Όταν ο Χριστός βλέπει ότι κάποιος αντέχει μια βαριά αρρώστια, του την δίνει, ώστε με την λίγη ταλαιπωρία στην επίγεια ζωή να ανταμειφθεί πολύ στην ουράνια, την αιώνια ζωή. Υποφέρει εδώ, αλλά θα ανταμειφθεί εκεί, στην άλλη ζωή, γιατί υπάρχει Παράδεισος, υπάρχει και ανταμοιβή. Σήμερα μου είπε μια νεφροπαθής που χρόνια τώρα κάνει αιμοκάθαρση: «Παππούλη, σταυρώστε, σας παρακαλώ, το χέρι μου. Οι φλέβες είναι όλο πληγές και δεν μπορώ να κάνω αιμοκάθαρση». «Αυτές οι πληγές, της είπα, στην άλλη ζωή θα είναι διαμάντια μεγαλύτερης αξίας από τα διαμάντια αυτού του κόσμου. Πόσα χρόνια κάνεις αιμοκάθαρση;» «Δώδεκα», μου λέει. «Δηλαδή δικαιούσαι ένα ‘‘εφάπαξ’’ και μία σύνταξη μειωμένη», της είπα. Μετά μου δείχνει μια πληγή στο άλλο χέρι και μου λέει: «Παππούλη, αυτή η πληγή δεν κλείνει· φαίνεται το κόκαλο». «Ναι, αλλά από εκεί μέσα φαίνεται ο Ουρανός, της λέω. Άντε, καλή υπομονή. Εύχομαι ο Χριστός να σου αυξάνει την αγάπη Του, για να ξεχνιέται ο πόνος σου. Φυσικά υπάρχει και η άλλη ευχή, να εξαλειφθούν οι πόνοι, αλλά τότε εξαλείφεται και ο πολύ μισθός. Επομένως, η προηγούμενη ευχή είναι καλύτερη». Παρηγορήθηκε η καημένη.
Όταν το σώμα δοκιμάζεται, τότε η ψυχή αγιάζεται. Με την αρρώστια πονάει το σώμα μας, το χωματόκτιστο αυτό σπίτι μας, αλλά έτσι θα αγάλλεται αιώνια ο νοικοκύρης του, η ψυχή μας, στο ουράνιο παλατάκι που μας ετοιμάζει ο Χριστός. Με αυτήν την πνευματική λογική, που είναι παράλογη για τους κοσμικούς, χαίρομαι και εγώ και καμαρώνω για τις σωματικές βλάβες που έχω. Το μόνο που δεν σκέφτομαι είναι ότι θα έχω ουράνια ανταμοιβή. Καταλαβαίνω ότι εξοφλώ την αχαριστία μου στον Θεό, αφού δεν έχω ανταποκριθεί στις μεγάλες Του δωρεές και ευεργεσίες. Γιατί στην ζωή μου όλα γλέντι είναι· και η καλογερική και οι αρρώστιες που περνώ. Όλο φιλανθρωπίες μου κάνει ο Θεός και όλο οικονομίες. Ευχηθείτε όμως να μη με ξοφλάει με αυτά σ’ αυτήν την ζωή, γιατί τότε αλίμονό μου! Μεγάλη τιμή μου έκανε ο Χριστός να υπέφερα ακόμη περισσότερο την αγάπη Του, αρκεί να με ενίσχυε, ώστε να αντέχω, και μισθό δεν θέλω. Ο άνθρωπος, όταν είναι τελείως καλά στην υγεία του, δεν είναι καλά. Καλύτερα να έχει κάτι. Εγώ, όσο ωφελήθηκα από την αρρώστια, δεν ωφελήθηκα από όλη την άσκηση που είχα κάνει μέχρι τότε. Γι’ αυτό λέω, αν δεν έχει κανείς υποχρεώσεις, να προτιμά αρρώστιες παρά υγεία. Από την υγεία του είναι χρεώστης, ενώ από την αρρώστια, όταν την αντιμετωπίζει με υπομονή, έχει να λάβει. Όταν ήμουν στο Κοινόβιο, είχε έρθει μια φορά ένας άγιος Επίσκοπος, πολύ γέρος, ονόματι Ιερόθεος, που ασκήτευε στην Σκήτη της Αγίας Άννης. Την ώρα που έφευγε, όπως πήγε να ανέβει στο ζώο, τραβήχτηκε το παντελόνι του και φάνηκαν τα πρησμένα του πόδια. Οι Πατέρες που πήγαν να τον βοηθήσουν, τα είδαν και τρόμαξαν. Εκείνος το κατάλαβε και τους είπε: «Αυτά είναι τα καλύτερα δώρα που μου έδωσε ο Θεός. Τον παρακαλώ να μη μου τα πάρει»
Απόσπασμα από το Βιβλίο
«Λόγοι του Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Δ’ Οικογενειακή ζωή»

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012


ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ


ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥΓιορτάσαμε χτες 26 Νοεμβρίου, ημέρα μνήμης του Αγίου Στυλιανού, ας πούμε λίγα λόγια:

Ο Άγιος Στυλιανός γεννήθηκε στην Παφλαγονία όταν βασιλιάς ήταν ο Θεοδόσιος ο Μεγάλος. Οι γονείς του ήταν χριστιανοί και πλούσιοι, από αυτούς διδάχτηκε να είναι εγκρατής και να θεωρεί το χρήμα μέσο για την ανακούφιση και περίθαλψη των φτωχών και των αρρώστων. Αφού ανατράφηκε όπως έπρεπε θεώρησε ότι ήταν εγκληματικό αυτός να είναι πλούσιος κι άλλοι να μην έχουν να φάνε και μοίρασε τον πλούτο που είχε στους φτωχούς όταν πέθαναν οι γονείς του. Άφησε τα εγκόσμια και έγινε μοναχός. Με την επίπονη άσκηση και την σκληραγώγηση του εαυτού του, σύντομα ο Άγιος Στυλιανός ξεπέρασε τους υπόλοιπους μοναχούς. Αργότερα ασκήτευσε στην έρημο σε ένα σπήλαιο, όπου προσευχόταν, μελετούσε τις γραφές και όπως λέγεται του έφερνε τροφή ένας Άγγελος.

Η φήμη του Αγίου Στυλιανού είχε εξαπλωθεί και πολλοί πιστοί έρχονταν στο σπήλαιο της ερήμου να τον βρουν και να αποκομίσουν ψυχικά και σωματικά οφέλη. Εκείνη την εποχή υπήρχε μια θανατηφόρος ασθένεια που έφερνε τον θάνατο σε όλα τα νήπια. Οι πιστοί γονείς επικαλούνταν με πίστη το όνομα του Αγίου Στυλιανού, ζωγράφιζαν την εικόνα του, και κατάφερναν να γεννούν υγιή παιδιά ή να θεραπεύονται, με τη Χάρη του Θεού, τα παιδιά που είχαν ήδη αρρωστήσει.
Ακόμη και στις μέρες μας ο Άγιος Στυλιανός θεωρείται προστάτης των παιδιών και μεσιτεύει στο Θεό ώστε να θεραπευτούν παιδιά από ασθένειες καθώς και η στειρότητα των γυναικών.
Και αφού έζησε σαν επίγειος Άγγελος, κοιμήθηκε πλήρης ημερών αλλά και αρετών.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!


Ανάλυση ονόματος:
ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ: (από την λέξη στύλος = το στήριγμα) = το στήριγμα, ο βοηθός.

Απολυτίκιο:

Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.
Στήλη ἔμψυχος τῆς ἐγκρατείας, στῦλος ἄσειστος τῆς Ἐκκλησίας Στυλιανὲ ἀνεδείχθης μακάριε, ἀνατεθεὶς γὰρ Θεῷ ἐκ νεότητος κατοικητήριον ὤφθης τοῦ Πνεύματος. Πάτερ ὅσιε Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε δωρίσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΐΣΙΟΣ: «ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΕ ΝΗΣΤΕΙΑ»


.Γέροντα, όταν έχουμε ένα αίτημα για κάποιο σοβαρό θέμα, μήπως πρέπει η προσευχή να συνοδεύεται με νηστεία;

Αυτό δεν χρειάζεται συζήτηση· είναι κάτι το οποίο επιβάλλεται. Η νηστεία, η άσκηση, είναι προϋποθέσεις. Αλλά για να γίνει σωστή προσευχή, πρέπει να πονάει κανείς για τους άλλους.Γιατί είναι και τυπικό πολλών χριστιανών της εποχής μας να μη θέλουν να στενοχωρηθούν.

Καί συνταξιούχοι ακόμη που όλη μέρα κάθονται, δεν πάνε να πλησιάσουν ένα παιδί εγκαταλελειμμένο, γιατί αυτό έχει φασαρία.Θα φάνε, θα πιούν τον καφέ τους και θα κάνουν έναν περίπατο, θα πάνε σε ένα νοσοκομείο που έχει νοσοκόμους, σε κάτι οργανωμένο, για να δούν έναν άρρωστο, γιατί αυτό είναι πιο εύκολο. Πάλι δηλαδή για να ευχαριστηθούν, όποτε αναπαύουν και τον λογισμό τους ότι έκαναν το καθήκον τους. Πόσους έχω στριμώξει να βοηθήσουν κάτι παιδάκια εγκαταλελειμμένα! Αυτοί τίποτε.

Στο Άγιον Όρος έκαναν κάπου Λιτανεία για την ανομβρία και, αντί να βρέξει, επίασε πυρκαγιά! Δεν γίνεται λιτανεία σαν να κάνουμε περίπατο. Θέλει να πονέσουμε.

Μπορεί να παραμείνει πειρασμός η μία δύσκολη κατάσταση, αν κάνουν καρδιακή προσευχή οι καλόγεροι; Παρ' όλα τα δύσκολα χρόνια βλέπω στα μοναστήρια να επικρατεί ένα πνεύμα... Να είμαστε χαρούμενοι! Εδώ καίγεται ο κόσμος!

Μας ζητούν να κάνουμε μία αγρυπνία, ας υποθέσουμε, για έναν άρρωστο, και ψάλλουμε «Ανοιξαντός Σού την χείρα» και χαιρόμαστε. Εμείς περνάμε ευχάριστα την ώρα μας και ο άλλος εν τω μεταξύ πεθαίνει.«Κάνουμε, λέει, αγρυπνία για τον άρρωστο».

Τι αγρυπνία; Εσείς κάνετε διασκέδαση. Αυτό είναι πνευματική διασκέδαση.

Μερικές φορές, ούτε όταν ο ιερέας λέει «Υπέρ των εν ασθενειαις κατακείμενων», προσευχόμαστε για τον άρρωστο. Θα βοηθούσαμε πιο θετικά, αν κάναμε και λίγη ευχή με το κομποσχοίνι. Δεν λέω να καταργήσουμε τις πανηγυρικές αγρυπνίες που προβλέπει το τυπικό, αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις να διαθέτουμε και λίγη ώρα, για να κάνουμε τουλάχιστον ένα-δύο κομποσχοίνια λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον τον δούλο σου».

Όλη η βάση είναι η ποιότητα της προσευχής. Η προσευχή πρέπει να είναι καρδιακή, να γίνεται από πόνο. Γιά τον Θεό δεν μετράει τόσο η ποσότητα της προσευχής όσο η ποιότητα. Η προσευχή που γίνεται στα μοναστήρια έχει ποσότητα, αλλά δεν φτάνει αυτό· πρέπει να έχει και ποιότητα. Τόσες ώρες προσευχή που γίνεται από τόσα άτομα, αν ήταν καρδιακή θα είχε αλλάξει ο κόσμος. Γι' αυτό σκοπός είναι οι Ακολουθίες να γίνονται από την καρδιά.

Η καρδιακή προσευχή βοηθάει όχι μόνον τους άλλους αλλά και τον ίδιο τον εαυτό μας, γιατί βοηθάει να έρθει η εσωτερική καλοσύνη. Όταν ερχόμαστε στην θέση του άλλου, έρχεται φυσιολογικά η αγάπη, ο πόνος, η ταπείνωση, η ευγνωμοσύνη μας στον Θεό με την συνεχή δοξολογία, και τότε η προσευχή για τον συνάνθρωπό μας γίνεται ευπρόσδεκτη από τον Θεό και τον βοηθάει.

Τι είναι θεία χάρη; 

Από όσα έως τώρα είπαμε βγαίνει ως συμπέρασμα το τι είναι κατ’ ουσία η θεία Χάρη. Για να εισχωρήσουμε όμως βαθύτερα στο νόημα, αναλύουμε περισσότερο την έννοια της θείας χάρης και λέμε: Θεία Χάρη είναι η εύνοια, η αγάπη, η βοήθεια και δωρεά, την οποία εκδηλώνει και προσφέρει ο Θεός στον άνθρωπος. Θεία Χάρη θα πει, ακόμα, εύνοια και αγάπη, η οποία δεν αξίζει να προσφερθεί στον αμαρτωλό και ένοχο άνθρωπο, αλλ’ είναι τόση η ευσπλαχνία και αγαθότητα του Θεού, ώστε του την προσφέρει μόνος του ο Θεός, χωρίς καν να του την ζητήσει ο άνθρωπος. Και την προσφέρει πλούσια. Του την προσφέρει, για να γνωρίσει ο άνθρωπος τον Σωτήρα Χριστό, και προσοικειωθεί ο αμαρτωλός το απολυτρωτικό του έργο. Και, ακόμα, για να είναι η χάρη αυτή κραταιά δύναμη στο έργο της πνευματικής του αναγέννησης και της εν Χριστώ αγίας του ζωής. Και η χάρη αυτή δωρεάν παρέχεται. Δεν είναι μισθός, δεν είναι αμοιβή καλώς έργων και κόπων και θυσιών του ανθρώπου, δεν είναι καν προσφορά στην ανθρώπινη αίτηση. Είναι δωρεά, η οποία απορρέει από την σταυρική θυσία του Κυρίου Ιησού. Όπως το λέει ο απόστολος Παύλος· “ει δε χάριτι, ουκέτι εξ έργων· επεί η χάρις ουκέτι γίνεται χάρις” (Ρωμ. Ια’ 6). και με τη σημασία αυτή βρίσκεται στην Καινή Διαθήκη η χάρη. Ως δωρεά του Θεού στον ανάξιο άνθρωπο. “Η χάρις το Θεού και η δωρεά εν χάριτι τη του ενός ανθρώπου Ιησού Χριστού εις τους πολλούς επερίσσευσε” (Ρωμ. ε’ 15), λέει ο απόστολος Παύλος. Δόθηκε δηλαδή αυτή η Χάρη του Χριστού ως δωρεά του Θεού και δόθηκε με το παραπάνω και περίσσευσε μάλιστα. Έπειτα ονομάζεται “χάρις Ιησού Χριστού”, “χάρις δοθείσα εν Χριστώ Ιησού”. Δηλαδή χάρη και δωρεά που προσφέρθηκε από τον σταυρωθέντα και αναστάντα Χριστό για τη σωτηρία του ανθρώπου. Αυτή η χάρη έχει βέβαια αρχή την αγαθότητα του Θεού Πατρός, πηγάζει από τη σταυρική θυσία του Υιού του Θεού και Πατρός, παρέχεται όμως και δίδεται στους ανθρώπους από το Άγιο Πνεύμα. Την αναγέννηση δηλαδή, που φέρνει στον άνθρωπο η χάρη, και τους πνευματικούς καρπούς της κατά Χριστό ζωής ενεργεί και χορηγεί το τρίτο πρόσωπο της Θεότητας, το Άγιο Πνεύμα(1).

Η αναγκαιότητα της θείας χάρης

Είναι αναγκαία και απαραίτητη στον αμαρτωλό η θεία χάρη για να ανορθωθεί και να σωθεί; Βεβαίως αναγκαία, αναγκαιότατη. Αναγκαία και για να αρχίσει και να τελειώσει, να φθάσει στο τέλος η αναγέννηση και σωτηρία του. Να την αρχίσει την αναγέννησή του ο άνθρωπος ο αμαρτωλός και να προκόψει ως Χριστιανός, ως άνθρωπος πνευματικός, ως άνθρωπος του Θεού. Ούτε μία στιγμή δεν πρέπει να λείψει η θεία χάρη από τον άνθρωπο, διότι δεν μπορεί τότε να σταθεί, χωρίς τη θεία χάρη ούτε στιγμή δεν μπορεί να σταθεί ως αναγεννημένος Χριστιανός. Πάντοτε πρέπει να ζει, να ενεργεί και να πράττει όλα του τα καλά και άγια και θεάρεστα έργα μέσα στην παρουσία και ενίσχυση της χάρης του Θεού. Με τις δικές του σκέψεις δεν μπορεί να βρει το Θεό και να προσευχηθεί, να επικοινωνήσει μαζί του. Με τις δικές του ανθρώπινες δυνάμεις δεν μπορεί να ανορθωθεί από την ηθική του κατάπτωση και να σταθεί αγνός και τίμιος, με παρρησία προς το Θεό. Ο Θεός τον κινεί σε μετάνοια και πίστη. Ο Θεός τον ανορθώνει και τον κρατεί σταθερό στη χριστιανική πορεία και ζωή. Ο Θεός τον αναγεννά και τον αγιάζει. Τον καθαρίζει δηλαδή από κάθε αμαρτωλό και φαύλο φρόνημα και αίσθημα και από κάθε άτακτο και ένοχο θέλημα. Ο Θεός του γεμίζει την ψυχή και τη ζωή με κάθε τίμιο και σεμνό, με κάθε αγνό και άγιο και κατά πάντα ευάρεστο στο Θεό πράγμα. Ο Θεός. Δηλαδή η χάρη του Θεού. Η θεία Χάρη “η πάντοτε τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα”. Τόσο αναγκαία για τον αμαρτωλό και εμπαθή άνθρωπο είναι η θεία Χάρη. Αναγκαία και για την απαλλαγή και κάθαρσή του από το προπατορικό αμάρτημα. Αναγκαία και για να γίνει, να εξελιχθεί και να αποδειχθεί τέλειος και αληθινός Χριστιανός. Αναγκαία σε καλλιέργεια και ανάπτυξη, σε άνθηση και καρποφορία πνευματικής, αναγεννημένης εν Χριστώ ζωής. Οι λόγοι του Κυρίου· “ουδείς δύναται ελθείν πρός με, εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας με ελκύση αυτόν” (Ιωάν. Στ’ 44) και “εάν μη τις γεννηθή εκ ύδατος και Πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού” (Ιωάν. γ’ 5), αυτοί οι θείοι λόγοι τονίζουν την απόλυτη αναγκαιότητα της θείας χάρης και ως προς την αρχή και ως προς την καλλιέργεια και ανάπτυξη της πίστης και αναγέννησης του ανθρώπου. Αλλά και όταν ο απόστολος Παύλος λέει, ότι “ο Θεός εστιν ο ενεργών εν ημίν και το θέλειν και το ενεργείν υπέρ της ευδοκίας” (Φιλιπ. β’ 13), τι άλλο θέλει να πει, παρά μόνο αυτό; Ότι δηλαδή, όταν ο άνθρωπος ζει και κινείται μέσα στο βασίλειο της θείας χάρης, μόνο τότε και καλή αρχή και καλό τέλος της σωτηρίας του έχει. Ο Θεός δια της θείας χάρης του μας δίνει και τη θέληση στην αρχή, να θέλουμε να σωθούμε και να ζητούμε τη σωτηρία μας αυτή. Ο Θεός μας δίνει και την πρακτική ενέργεια εν συνεχεία για να ζήσουμε κατά Θεό και να ευαρεστήσουμε ενώπιόν του. Να επιτύχουμε δηλαδή τη σωτηρία, που μας δώρισε ο μονογενής Υιός του με τη σταυρική του θυσία.

Ελευθερία του ανθρώπου και θεία Χάρη

Είπαμε ότι από το Θεό προέρχονται τα πάντα, όλα τα καλά. “Και το θέλεις και το ενεργείν”. Και η θέληση και η ενέργεια και πρόοδος στην αρετή. Ναι. Αλλ’ είπαμε στην αρχή, ότι ο Θεός σέβεται το αυτεξούσιο και την ελευθερία του ανθρώπου, και κανένα δεν εκβιάζει για να πιστεύσει και ακολουθήσει το δικό του δρόμο. Και πράττει αυτό ο Θεός, διότι ο ίδιος ελεύθερο έπλασε τον άνθρωπο και μόνος του τον προίκισε με το αυτεξούσιο. Όταν όμως έρχεται η θεία Χάρη και κινεί τον άνθρωπο στην αλλαγή βίου, στη μετάνοια και πίστη, δεν γίνεται εκβιασμός και δεν καταργείται το αυτεξούσιο και η ελευθερία του ανθρώπου; Αυτή η σκέψη ίσως να έλθει στο νου του Χριστιανού. Απαντούμε, λοιπόν, και λέμε. Όχι, δεν καταργείται η ελευθερία του ανθρώπου με την επέμβαση της χάρης του Θεού, διότι η θεία χάρη ενεργεί μεν αυτή ως πρώτος και κύριος παράγοντας και συντελεστής το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου, δεν εκβιάζει, δεν εκπορθεί όμως τη θέληση του ανθρώπου. Επισκέπτεται όχι εκείνον που αντιδρά εσκεμμένως και πεισματικά, εν γνώσει, εν επιγνώσει του ότι στο Θεό αντιδρά. Αυτόν μετά πρώτη και δεύτερη απόπειρα και κρούση τον εγκαταλείπει, παρότι, όπως είπαμε, ο Θεός “ου θελήσει θέλει τον θάνατον του αμαρτωλού ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν”. Αλλ’ εφόσον αυτός με επιμονή αντιδρά, τον εγκαταλείπει, αφού έτσι αυτός θέλει και τη χάρη δεν τη θέλει, αλλά την αποκρούει. Η θεία χάρη ενεργεί και βοηθεί και κινεί σε μετάνοια και πίστη τον καλοπροαίρετο άνθρωπο. Εκείνον που θέλει να σωθεί, αλλά δεν έχει τη δύναμη να κινηθεί προς αναζήτηση και εύρεση της σωτηρίας. Ενισχύει την ασθενή θέληση. Βοηθεί τον αδύνατο. Ενεργεί και συντρέχει στη σωτηρία αυτού που θέλει και τρέχει, παρότι η σωτηρία γίνεται έργο “ου του θέλοντος ουδέ του τρέχοντος, αλλά του ελεούντος Θεού” (Ρωμ. θ’ 16). για να θέλει όμως και να τρέχει, σημαίνει ότι πράγματι θέλει, ότι έστω στο βάθος της ψυχής υπάρχει κάποια μικρή και ασθενής θέληση. Και αυτήν ενισχύει η χάρη, αυτόν ελεεί ο Θεός. Και έτσι το μικρό, το απειροελάχιστο είναι του ανθρώπου, το παν, το όλο σχεδόν είναι του Θεού. Αλλά και αυτό το μικρό, το ελάχιστο κάτι είναι. Είναι μία βάση, μία αρχή και αφετηρία, μία αναγνώριση και θεληματική συγκατάβαση, είναι εκείνο που λέγεται στην Αποκάλυψη (γ’ 20) από τον ίδιο τον Κύριο· “ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω. Εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν, και εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ’ αυτού και αυτός μετ’ εμού”. Δηλαδή, ιδού, άνθρωπε, έχω σταθεί έξω από την θύρα της ψυχής σου και κτυπώ να με ακούσεις και να μου ανοίξεις να μπω μέσα. Και γνώριζε αυτό. Όποιος ακούσει τη φωνή μου και ανοίξει τη θύρα της ψυχής του, θα μπω μέσα σε αυτήν και θα δειπνήσω εγώ με αυτόν και εκείνος με εμένα. Το ποίο σημαίνει, πως δεν σπρώχνει τη θύρα για να μπει μέσα μας ο Θεός. Στέκει, περιμένει, κρούει. Ζητεί την συγκατάθεσή μας. Ακόμη παρακαλεί να του ανοίξουμε και να μπει μέσα να μας φέρει τη σωτηρία. Δηλαδή δείχνει το σεβασμό προς την ελευθερία του ανθρώπου (“εάν ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν”), αλλά και τη βοήθεια της χάρης του Θεού· “έστηκα και κρούω… εισελεύσομαι… δειπνήσω μετ’ αυτού και αυτός μετ’ εμού” (2).
Όλα τα παραπάνω συμπεριλαμβάνονται μέσα στο λόγο του θείου Παύλου· ”αδελφοί, συνεργούντες παρακαλούμεν μη εις κενόν την χάριν του Θεού δέξασθαι υμάς” (Β’ Κορινθ. στ’ 1). Συνεργασία, επομένως, συνεργία, όπως τη λέει η γλώσσα της δογματικής, συνεργία της θέλησής μας και της θείας χάρης και δύναμης είναι το μεγάλο έργο της σωτηρίας μας και η τελείωσή μας στην αρετή.

Καρποί της θείας χάρης

Πηγή θείας ζωής είναι η θεία Χάρη, η οποία πλούσια παρέχεται από το Θεό στον άνθρωπο προς σωτηρία του. Ο απόστολος Παύλος μιλά για τους καρπούς αυτούς και στην προς Γαλάτας και στην προς Εφεσίους επιστολή του. Και στην μεν προς Εφεσίους επιστολή μιλά για τους καρπούς που παράγει το Άγιο Πνεύμα στις ψυχές, που έχουν φωτισθεί και αναγεννηθεί από αυτό, και οι οποίοι εκδηλώνονται στην εξωτερική ζωή και συμπεριφορά του Χριστιανού. Λέει λοιπόν· “Ο καρπός του Πνεύματος εν πάση αγαθωσύνη και δικαιοσύνη και αληθεία” (Εφεσ. ε’ 9). Στην προς Γαλάτας λέει· “Ο καρπός του Πνεύματός εστιν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια” (Γαλ. Ε’ 22, 23). Αυτοί είναι οι καρποί της θείας Χάριτος, καρποί του Πνεύματος του Αγίου. Και βέβαια όλες αυτές είναι αρετές, τις οποίες παρουσιάζει στο βίο του ο Χριστιανός που κλήθηκε στην πίστη του Χριστού και αναγεννήθηκε πνευματικά από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Και, όπως είπαμε και σε προηγούμενα κεφάλαια, αν λείψει από τον άνθρωπο η θεία Χάρη, αυτός θα βρίσκεται υπό το κράτος του κακού και της αμαρτίας και τίποτε το καλό, καμία αρετή, καμία λαμπρή πλευρά στη ζωή του δεν θα παρουσιάσει. Αλλ’ εδώ πρόκειται για τους πρώτους καρπούς που καρποφορεί η θεία Χάρη στην ψυχή του αμαρτωλού ανθρώπου, του αποξενωμένου από το Θεό, του ενόχου, εκείνου, ο οποίος για τις αμαρτίες του και ένοχος και ξένος και εχθρός είναι για το Θεό. Πρόκειται για τους καρπούς που αποτελούν την αρχή και βάση των αρετών, των καρπών του Αγίου Πνεύματος, για τους οποίους, όπως είπαμε, μιλά ο θείος Παύλος.
Πρώτος, λοιπόν, καρπός, ή να το πούμε καλύτερα, πρώτη ενέργεια της θείας χάρης στον αμαρτωλό άνθρωπο είναι η Κλήση του αμαρτωλού. Η θεία χάρη ξυπνά τον αμαρτωλό. Από πού τον ξυπνά; Από το λήθαργο και τον ύπνο της αμαρτίας και τον καλεί να έλθει προς το Θεό, για να φωτισθεί, να ζωοποιηθεί, να σωθεί. Του φωνάζει του αμαρτωλού η χάρη· “έγειρε ο καθεύδων και ανάστα εκ των νεκρών, και επιφαύσει σοι ο Χριστός” (Εφεσ. ε’ 14), όπως λέει ο Παύλος. Νεκρός είναι, νεκρωμένος από το δηλητήριο της αμαρτίας ο αμαρτωλός. Πρέπει πρώτα να αναστηθεί. Κοιμισμένος και αναίσθητος με τον ύπνο του αιωνίου θανάτου είναι και πρέπει να ξυπνήσει, να δει και να συναισθανθεί, να ανασυνταχθεί και να ζητήσει έλεος Θεού. Εχθρός του Θεού είναι ο αμαρτωλός και για να βρει έλεος Θεού είναι ανάγκη να γίνει φίλος του Θεού. Για όλα όμως αυτά πρέπει να κληθεί από το Θεό, διότι μόνος του δεν μπορεί ούτε να τον βρει ούτε να τον πλησιάσει το Θεό. Τον καλεί, λοιπόν, η χάρη: Έλα, ξύπνα και πλησίασε προς το Θεό, αμαρτωλέ. Μετανόησε, πίστευσε, γίνει φίλος του Θεού, παιδί του Θεού, άνθρωπε, για να σωθείς, και θα σωθείς. Ο πρώτος καρπός λοιπόν της θείας χάρης είναι η κλήση. Η κλήση σε μετάνοια και πίστη, κλήση σε σωτηρία.
Δεύτερος καρπός είναι η δικαίωση του αμαρτωλού. Για να το εννοήσουμε αυτό ας λάβουμε υπόψη μας, ότι ο αμαρτωλός, εφόσον είναι ένοχος εμπρός στο Θεό, είναι και καταδικασμένος. Ο άνθρωπος, που βαρύνεται με πολλά παραπτώματα και είναι φορτωμένος ανομίες και αθλιότητες, πρόσωπο Θεού δεν βλέπει. Ούτε ευδοκία και ευλογία Θεού λαμβάνει ούτε βασιλεία ουρανών κληρονομεί. Το κρίμα, δηλαδή η κρίση και κατάκριση, η καταδίκη της θείας δικαιοσύνης είναι επάνω του και γι’ αυτό είναι καταδικασμένος με αιώνια καταδίκη. Έρχεται όμως η θεία χάρη και σε εκείνο που δέχθηκε την κλήση και μετανόησε και πίστευσε στο Χριστό, τον αναγνώρισε και τον ομολόγησε Σωτήρα και Λυτρωτή του, και δυνάμει της σταυρικής θυσίας του Χριστού του δίνει άφεση. Όσο αμαρτωλός και αν είναι, όσο πολλά και βαριά τα αμαρτήματά του, μια που δέχθηκε την λύση, απαλλάσσεται από το βάρος της ενοχής, λυτρώνεται από τη καταδίκη, σώζεται από τη θεία οργή, δικαιώνεται. Από αμαρτωλός και ένοχος, από κατάδικος της κόλασης με τη μετάνοια και την πίστη του ανακηρύσσεται δίκαιος ενώπιον του Θεού, ειρηνεύει, αναπαύεται από τύψεις και αναστατώσεις της συνείδησης και γίνεται άξιος της θείας του βασιλείας. Αυτό είναι που λέει ο Απόστολος· “Δικαιωθέντες εκ πίστεως ειρήνην έχομεν προς τον Θεόν, διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού” (Ρωμ. ε’ 1).
Άλλος, τρίτος αυτός, καρπός της θείας χάρης είναι η Αναγέννηση του ανθρώπου. Έχει τη φυσική του γέννηση ο άνθρωπος, που έλαβε από τους κατά σάρκα γονείς του. Η γέννηση αυτή αμαρτωλό τον φέρει στη ζωή, με το προπατορικό αμάρτημα κληροδοτημένο και φορτωμένο. Με την αμαρτωλή αυτή ρίζα και ροπή που έχει προχωρεί στο κακό και ζει αμαρτωλή ζωή και αμαρτωλές πράξεις παρουσιάζει ο βίος του. Τώρα με την κλήση, με τη μετάνοια και πίστη, με το άγιο βάπτισμα που λαμβάνει, μέσα στην ιερή κολυμβήθρα γεννιέται δεύτερη φορά, θεία, πνευματική, ουράνια γέννηση, και έπειτα με τον αγώνα του και την ενίσχυση της θείας χάρης αναγεννιέται σε νέα, θεία, αγία ζωή. Αυτή είναι η Αναγέννηση που αποτελεί μεγάλο και θαυμαστό καρπό της θείας χάρης. Αυτή είναι η εσωτερική θεία αναγέννηση, για την οποία έκανε λόγο στο Νικόδημο ο Κύριος και του είπε· “εάν μή τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού” (Ιωάν. γ’ 3, 5). Αυτή είναι η αναγέννηση, για την οποία μιλά ο απόστολος Πέτρος και λέει, ότι οι Χριστιανοί είναι “αναγεννημένοι ουκ εκ σποράς φθαρτής, αλλά αφθάρτου, διά λόγου ζώντος Θεού και μένοντος εις τον αιώνα” (Α’ Πέτρ. α’ 23). Αυτή είναι η αναγέννηση, η οποία παράγει και τους καρπούς του Πνεύματος, για τους οποίους είπαμε στην αρχή.
Στη συνέχεια ως καρπός ατίμητος και θεοδώρητος έρχεται ο αγιασμός του ανθρώπου. Και όταν λέμε αγιασμό, πρέπει να εννοούμε την πλήρη και τέλεια κάθαρση του ανθρώπου από κάθε τι το αμαρτωλό, το αντίθεο, το κοσμικό. Αγιασμός είναι η μακάρια κατάσταση του ανθρώπου, οπότε ούτε σκέψη και λογισμός πονηρός και άτοπος ούτε αίσθημα ένοχο ούτε λόγος απρεπής και πράξη ανάξια, κακή και αποτρόπαια μπορεί να εισχωρήσει στην ψυχή του ανθρώπου και να μολύνει τη ζωή του. Αντιθέτως ο αγιασμένος άνθρωπος είναι κοσμημένος με κάθε αρετή και τελειότητα, ώστε να έχει επιτύχει το “καθ’ ομοίωσιν” του Θεού.
Αυτοί είναι οι καρποί της θείας χάρης και τα στάδια της σωτηρίας του ανθρώπου. Κλήση – Δικαίωση – Αναγέννηση – Αγιασμός. Και αυτά αλληλοεξαρτώνται, το ένα προϋποθέτει και προέρχεται από το άλλο. Όλα μαζί συμπληρώνουν και συναποτελούν το έργο της σωτηρίας του αμαρτωλού ανθρώπου.
Μένει η Δόξα, η θεία δόξα, η οποία καταστέφει το έργο της απολύτρωσης του ανθρώπου. Και η δόξα αυτή είναι μεν και η δόξα και το μεγαλείο της αρετής και εδώ, στην παρούσα ζωή, η ειρήνη, η χαρά, η ευφροσύνη και αγαλλίαση της κατά Χριστόν ζωής, είναι δε κυρίως η δόξα της βασιλείας του Θεού στη μέλλουσα ζωή και βασιλεία του ουρανού (3).
Γεμάτη είναι η Καινή Διαθήκη από λόγους και διακηρύξεις των θεόπνευστων Αποστόλων, ότι Θεός μας καλεί σε σωτηρία και ο Θεός μας δικαιώνει, μας αναγεννά δια της χάρης του Πνεύματος του Υιού του, ο Θεός μας αγιάζει και μας οδηγεί στη δόξα του. Αυτή η δικαίωση λέγεται στη Γραφή και “καταλλαγή” με το Θεό, δηλαδή συμφιλίωση και ειρήνευση με το Θεό, όπως είπαμε στο χωρίο “ειρήνην έχομεν προς τον Θεόν διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού”, και σωτηρία και θέωση εν τω Χριστώ, διότι με την ενανθρώπηση και τη θυσία του Χριστού και την πίστη μας σε Αυτόν “θείας γεγόναμεν κοινωνοί φύσεως”, λέει ο απόστολος Πέτρος, εμείς οι θνητοί άνθρωποι.

Οι όροι της δικαίωσης

Φυσικά η δικαίωση και σωτηρία στον αμαρτωλό παρέχεται υπό ορισμένους όρους. Κάνοντας τώρα εδώ λόγο σχετικά με τους όρους της δικαίωσης πρέπει εξ αρχής να τονίσουμε, ότι κυρίως όροι της δικαίωσής μας είναι η πίστη στο Σωτήρα Χριστό και τα καλά έργα της ενάρετης και αγίας ζωής μας. Η Πίστη μας. “Λογιζόμεθα πίστει δικαιούσθαι άνθρωπον” (Ρωμ. γ’ 28). Η πίστη, λοιπόν. Αλλά Πίστη όχι θεωρητική γνώση και αποδοχή των αληθειών που αποκάλυψε ο Χριστός, αλλά πίστη θερμή και ζωντανή σε αυτό το Σωτήρα Χριστό. Πίστη, δηλαδή ακράδαντη πεποίθηση, ότι αυτός, μόνο αυτός, είναι ο Σωτήρας και Λυτρωτής του αμαρτωλού. Η πίστη ακόμα αυτή να επεκτείνεται και σε όλες τις αλήθειες του Ευαγγελίου, τις οποίες χωρίς αμφιβολία και δισταγμό να παραδέχεται και να εγκολπώνεται ο άνθρωπος. Η πίστη αυτή να είναι τέλεια και ολόψυχη αφοσίωση στο Χριστό και την Εκκλησία του και να εκδηλώνεται ως πλήρης και τέλεια τήρηση και εφαρμογή των αγίων εντολών του Χριστού και μάλιστα της μέγιστης των εντολών, της αγάπης. Η πίστη να είναι η αρχή του χριστιανικού βίου, η αγάπη το τέλος, το επιστέγασμά του. Η πίστη θα αρχίζει το έργο της δικαίωσης, η αγάπη θα το τελειώνει και θα το επισφραγίζει.
Επομένως πρώτος όρος η πίστη, δεύτερος όρος η αγάπη. “Πίστις, λέει ο Απόστολος, δι’ αγάπης ενεργουμένη” (Γαλάτ. ε’ 6), πίστη που αποδεικνύεται αληθινή και ζωντανή με τα έργα της αγάπης. Ο Αδελφόθεος Ιάκωβος λέει· “εξ έργων δικαιούται άνθρωπος και ουκ εκ πίστεως μόνον” (Ιακ. β’ 24). Και εννοεί εδώ ο Αδελφόθεος όχι τα έργα του νόμου της Παλιάς Διαθήκης, δηλαδή την περιτομή και τις θυσίες των ζώων, για τα οποία λέει ο Παύλος, ότι “ου δικαιούται άνθρωπος εξ έργων νόμου εάν μη διά πίστεως Ιησού Χριστού” (Γαλάτ. β’ 16). Εννοεί τα έργα της πίστης, της δικαιοσύνης, της αρετής, της αγάπης. Η αγάπη είναι η ζωντανή πίστη. Αγάπη πρωτίστως βέβαια στο Θεό, σύμφωνα με την εντολή “αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής του και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου”. Και “τον πλησίον σου ως σεαυτόν”. Τότε αυτή η αγάπη απεργάζεται κάθε αγαθό έργο. Αφού “η αγάπη… ου λογίζεται το κακόν… πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει” (Α’ Κορ. ιγ’ 5, 7)· “η αγάπη είναι το πλήρωμα του νόμου” και “τω πλησίον κακόν ουκ εργάζεται” παρά μόνο και πάντοτε το αγαθό (Ρωμ. ιγ’ 10). Στη Ρωμ. ε’ 2 ο Παύλος λέει· “την προσαγωγήν εσχήκαμεν τη πίστει εις την χάριν ταύτην” της δικαίωσης. Και ο ευαγγελιστής Ιωάννης· “Ο μη αγαπών τον αδελφόν μένει εν τω θανάτω”· πας ο αγαπών εκ του Θεού γεγέννηται και γινώσκει τον Θεόν”· “ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ” (Α’ Ιωάν. γ’ 14, δ’ 7, 16 και εξής). Και ο Παύλος· “εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμι…” και “γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον” (Α’ Κορινθ. ιγ’ 1, 2) (4). Επομένως οι βασικοί όροι της δικαίωσης του ανθρώπου είναι η Πίστη και τα έργα της Πίστης, η πίστη και η αγάπη, η ζωντανή πίστη και η ενεργός αγάπη.
* * *
Υποσημειώσεις
(1) Το ότι κάθε καλό που γίνεται και υπάρχει σε μας είναι δωρεά και καρπός της χάρης του Θεού, το διακηρύττουν οι άγιοι Πατέρες και το τονίζουν, για να λάβουμε αυτό σοβαρά υπόψη μας και να ζητούμε έτσι τη χάρη του Θεού. Και ο μεν Μέγας Βασίλειος λέει· “Πάν, όπερ αν εις ημάς εκ θείας δυνάμεως αγαθόν φθάση, της πάντα εν πάσι ενεργούσης χάριτος ενέργειαν είναι φαμέν”. Κάθε καλό και αγαθό, το οποίο θα έφθανε σε μας και θα μας διδόταν από τη θεία δύναμη, είναι ενέργεια και πράξη της θείας Χάρης, που ενεργεί σε όλους όλα τα αγαθά και σωτήρια. Και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει· “Και παρά μεν του Πνεύματος ημών η αναγέννησις· παρά δε της αναγεννήσεως, η ανάπλασις· παρά δε της αναπλάσεως η επίγνωσις της αξίας του αναπλάσαντος”. Από το Άγιο Πνεύμα δίδεται σε μας η αναγέννηση. Από την αναγέννηση προέρχεται σε μας η ανάπλαση. Από την ανάπλαση τη δική μας, ώστε από κακοί και αμαρτωλοί να γινόμαστε καλοί και άγιοι, γίνεται κατανοητή η αξία εκείνου που μας έπλασε, δηλαδή του Θεού. Για να καταλάβουμε οι αναγεννώμενοι άνθρωποι, ότι “και τούτο ουκ εξ ημών, Θεού το δώρον” (Εφεσ. β’ 8).
Και ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας στον κατά Ιουλιανού λόγου του ΙΙΙ γράφει· “αμήχανον γαρ ανθρώπου ψυχήν κατορθώσαι τι των αγαθών, ήγουν των οικείων κρατήσαι παθών, ή της του διαβόλου παγίδος οξείας διαδράναι το μέγεθος, μη τη του Αγίου Πνεύματος τετειχισμένου χάριτι και αυτόν έχουσαν εν εαυτή διά τούτο Χριστόν”.
Δηλαδή είναι ακατανόητο και αδύνατο στην ψυχή του ανθρώπου να κατορθώσει στη ζωή του και ένα αγαθό έργο να πράξει, και πρώτα πρώτα να κυριαρχήσει στον εαυτό του και να υποτάξει τα αμαρτωλά του πάθη, ή να ξεφύγει τις παγίδες του διαβόλου που είναι τρομερές, αν δεν είναι ασφαλισμένος και δυναμωμένος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και με αυτή τη χάρη να έχει πάντοτε μέσα της η ψυχή τον Σωτήρα Χριστό.
(2) Από τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας ο Μέγας Βασίλειος, για να εξάρει την ευεργετική και σωτήρια επίδραση της θείας χάρης στο βίο μας το χριστιανικό, γράφει μεν, όπως προείπαμε, το ότι· “παν, όπερ αν εις ημάς εκ θείας δυνάμεως αγαθόν φθάση, της πάντα εν πάσι ενεργούσης χάριτος ενέργειαν είναι φαμέν”, θεωρεί δε “αναγκαίαν υπέρ του αγαθού, της κατορθώσεως της αρετής και του δικαίου την αίτησιν” και την προς το Θεό προσευχή. Και αυτό για ποιο λόγο; “Ίνα το κατά πρόθεσιν αυτού ευθές και το αδιάστροφον της γνώμης τούτο τη παρά του Θεού χειραγωγία κατευθυνθή”. Για το λόγο, ότι, εκείνο που είναι ίσιο πράγμα και καλό κατά τη αγαθή πρόθεση του ανθρώπου και την καλή γνώμη του, πάρει σωστή κατεύθυνση και πορεία με τη χειραγωγία του Θεού. Και αυτό, για να μη ξεφύγει κανείς από το σωτήριο κανόνα και δρόμο της αλήθειας, λόγω αδυναμίας, αλλ’ ούτε και να αποπλανηθεί από τον εχθρό της αλήθειας διάβολο με σκέψεις και λογισμούς πονηρούς. Ώστε “μήτε από ασθενείας αυτόν αποπνεύσαι τε ποτέ του οιονεί κανόνος της αληθείας, μήτε υπό του εχθρού της αληθείας (διαβόλου) τοις ενδιαστρόφοις δόγμασιν παραβληθήναι”. Και λέγει αυτό, διότι ποτέ δεν πρέπει να λησμονούμε, ότι “πάσα ψυχή κεκράτηται δόγμασιν ακινήτοις διά της χάριτος προς την ασάλευτον εις Χριστόν πίστιν βεβαιουμένην” κάθε ψυχή κρατιέται ασάλευτη από τη χάρη του Θεού στην πίστη του Χριστού, την οποία με ισχυρά επιχειρήματα βεβαιώνει η χάρη. Ο δε Θεολόγος Γρηγόριος αναφερόμενος στο χωρίο του Παύλου “ου του θέλονοτος ουδέ του τρέχοντος, αλλά του ελεούντος Θεού”, παρατηρεί μεταξύ άλλων, ότι “και το βούλεσθαι καλώς δείται της παρά Θεού βοηθείας, μάλλον δε αυτό το προαιρείσθαι τα δέοντα θείον τι και εκ Θεού δώρον φιλανθρωπίας”. Δηλαδή και το να θέλει κανείς το καλό και αυτό πρέπει ο Θεός να του το δώσει. Και ακόμη πιο πολύ και το να προτιμά κανείς εκείνα που πρέπει, τα καλά δηλαδή, είναι θείο χάρισμα και δώρο της φιλανθρωπίας του Θεού. Αλλ’ “επειδή και το βούλεσθαι παρά Θεού”, γι’ αυτό και ο Παύλος στο χωρίο που αναφέραμε “το παν εικότως ενέθηκε τω Θεώ”, ευλόγως, κατά φυσικό λόγο το ανέθεσε στο Θεό. Ο δε θείος Χρυσόστομος χωρίς καμία επιφύλαξη διακηρύττει, ότι “ουδ’ οιον τε τι χρηστόν ημάς ποτε κατορθώσαι μη της άνωθεν ροπής απολαύσαντας. (Δεν είναι δηλαδή ποτέ δυνατόν να κάνουμε κανένα καλό, χωρίς την άνωθεν αρωγή, χωρίς τη βοήθεια του Θεού). Και ουκ οικεία δυνάμει, αλλά τη άνωθεν βοηθούμενος χάριτι ομολογεί ο ομολογών”. Το οποίο θα πει, ότι και εκείνος που ομολογεί την πίστη του στο Χριστό, και αυτός με το φωτισμό και την ενίσχυση του Θεού κάμει την αγία αυτή ομολογία. Διότι “ου το τυχόν πράγμα”, δεν είναι μικρό και τυχαίο πράγμα η πίστη στο Χριστό, ακόμα και η μαρτυρία. Είναι της θείας χάρης δώρο και προσφορά. Και λέει ο άγιος Πατέρας απευθυνόμενος στο Χριστιανό· “Ουδέν οίκοθεν έχεις (τίποτε δεν έχεις από τον εαυτό σου), αλλά παρά του Θεού λαβών”. Ό,τι καλό έχεις, το έχεις, διότι το έλαβες από το Θεό. Επομένως έλαβες και έχεις όχι αυτό και εκείνο, “ουχί τόδε και τόδε, αλλά πάντα όσα έχεις” από το Θεό τα έχεις. Γι’ αυτό δικό σου τίποτε δεν είναι. Δεν είναι η πίστη, δεν είναι η αρετή, δεν είναι η ομολογία. “Ου γαρ σα τα κατορθώματα ταύτα, αλλά της του Θεού χάριτος. Καν την πίστιν είπης, από της κλήσεως γέγονεν”. Ο Θεός σε κάλεσε στην πίστη και τώρα πιστεύεις. Διαφορετικά θα ήσουν άπιστος. “Καν την άφεσιν είπης των αμαρτημάτων, καν τα χαρίσματα, καν τον διδακτικόν λόγον, καν τας δυνάμεις, πάντα εκείθεν έλαβες”. Και τη συγχώρηση των αμαρτιών σου και τα προσόντα, τα χαρίσματά σου, και τη χάρη να κηρύττεις, αν είσαι κήρυκας και διδάσκαλος του Ευαγγελίου, και όλα, όλα τα καλά από το Θεό τα έχεις, άνθρωπε, και τίποτε από τον εαυτό σου, και βέβαια, καθώς πάλι ο ίδιος άγιος Πατέρας λέει, για να αξιωθούμε της άνωθεν ροπής και βοήθειας, είναι ανάγκη, να κάνουμε και το από τον εαυτό μας, να προσφέρουμε και εμείς ό,τι καλό έχουμε, και τι άλλο; την καλή μας θέληση και συγκατάθεση, να πούμε το ναι, ναι, θέλω να σωθώ από σένα, Χριστέ μου, και σε παρακαλώ να με σώσεις. Διότι “καν μυριάκις σπουδάζωμεν, ουδέν ουδέποτε κατορθώσαι δυνησόμεθα, ει μη και της άνωθεν ροπής απολαύσαιμεν”. Και τα δύο· και του Θεού η χάρη και η βοήθεια και η δική μας προσφορά και θέληση. Γιατί και χιλιάδες χιλιάδων φορές και αν προσπαθήσουμε να κάνουμε χωρίς του Θεού τη χάρη και ενίσχυση. Και προσθέτει, όταν ερμηνεύει το χωρίο του αποστόλου Παύλου Φιλιπ. β’ 13, ότι “ο Θεός εστιν ο ενεργών εν ημίν και το θέλειν και το ενεργείν υπέρ της ευδοκίας”: “Ει τοίνυν αυτός ενεργεί (ο Θεός δηλαδή) ημάς δει την προαίρεσιν παρασχείν”. Αν, λοιπόν, ο Θεός είναι εκείνος που αρχίζει και ενεργεί τη σωτηρία μας, ανάγκη είναι και εμείς να προσφέρουμε την καλή θέλησή μας. Και αν θελήσεις να σωθείς, συ άνθρωπε, θα σωθείς. Γιατί ο Θεός θα είναι στην αρχή και στη συνέχεια και στο τέλος της σωτηρίας σου. Εκείνος και θα την αρχίσει και θα την ενεργήσει και θα την τελειώσει. Μη φοβηθείς, που θα βλέπεις αδυναμίες και ελαττώματα στον εαυτό σου και πως δεν γίνεται τίποτε, και αφήσεις την προσπάθεια και τον αγώνα σου. Προχώρα, όσο δύσκολα και αν σου φαίνονται τα πράγματα. “Ο Θεός δίδωσιν ημίν και προθυμίαν και εργασίαν”. “Όταν γαρ θελήσωμεν, αύξει το θέλειν ημών”. Όταν εμείς θα θελήσουμε, θα την μεγαλώσει, τα την δυναμώσει τη θέλησή μας, θα ευλογήσει τους κόπους και τους αγώνες μας και θα επιτύχουμε. Θα κερδίσουμε με τη χάρη του Θεού την ψυχική μας σωτηρία. Ο ιερός πάλι Χρυσόστομος ως προς τη συνεργασία ανθρώπινης ελευθερίας και θείας χάρης λέει: “Ουδένα βιάζεται, αλλ’ εάν αυτός (ο Θεός δηλαδή) θέλη, ημείς δε μη θέλωμεν (κανένα δεν βιάζει, αλλ’ αν ο Θεός θέλει, εμείς όμως δεν θέλουμε), διαπίπτει τα της σωτηρίας ημών (χάνουμε εμείς τα χαρίσματα που μας προσφέρουν τη σωτηρία μας, αν εμείς δεν θέλουμε τη σωτηρία), ουκ επειδή ασθενές αυτού το βούλημα, αλλ’ επειδή αναγκάσαι ουδένα θέλει”. Όχι επειδή είναι τάχα αδύνατη η θέληση του Θεού, αλλ’ επειδή δεν θέλει κανένα να αναγκάσει. Και ο Θεοδώρητος πάλι γράφει· “Δώρα Θεού κέκληκε (ονόμασε) και το πιστεύσαι, και το λαμπρώς αγωνίσασθαι… ουδέν δύναται κατορθώσαι των αγαθών· αμφοτέρων γαρ χρεία, και της ημετέρας προθυμίας και της θείας επικουρίας· ούτε γαρ τοις την προθυμίαν ουκ έχουσιν επαρκεί του Πνεύματος η χάρις, ούτ’ αν πάλιν η προθυμία ταύτης εστερημένης της αρετής δύναται συναθροίσαι τον πλούτον”. Χρειάζονται και τα δύο· και η δική μας προθυμία και του Θεού η βοήθεια και επικουρία. Διότι δεν φθάνει η χάρη του Αγίου Πνεύματος, αν λείπει η δική μας συγκατάθεση και προθυμία. Μα ούτε και η δική μας προθυμία, αν λείπει του Θεού η βοήθεια. Καμιά αρετή τότε δεν μπορούμε να κατορθώσουμε. Επομένως ούτε τη σωτηρία μας να επιτύχουμε.
(3) Χωρία της Αγίας Γραφής, που επιβεβαιώνουν τα όσα γράφοντα παραπάνω, είναι τα χωρία του Παύλου, ότι ο Θεός “ούς προώρισε, τούτους και εκάλεσε, και ούς εκάλεσε, τούτους και εδικαίωσεν, ούς δε εδικαίωσε, τούτους και εδόξασε” (Ρωμ. η’ 30) και το ότι ο Χριστός διά της θυσίας του “εγενήθη ημίν σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε (με την έννοια της δικαίωσης απέναντι στο Θεό, ώστε από αμαρτωλοί και ένοχοι δίκαιοι να είμαστε πλέον ενώπιον του Θεού) και αγιασμός και απολύτρωσις” (Α’ Κορ. α’ 30). Λέει και στην Α’ Κορ. στ’ 11 ο θείος Παύλος για όσους πιστεύουν και με έμπρακτη μετάνοια δείχνουν την πίστη τους αυτή: Με την πίστη και το βάπτισμά σας “αλλά απελούσασθε, αλλά ηγιάσθητε, αλλά εδικαιώθητε εν τω ονόματι του Κυρίου Ιησού και εν τω Πνεύματι του Θεού ημών”. Τούτο λέει και ο ιερέας στο βαπτιζόμενο· “Εβαπτίσθης, εφωτίσθης, εμυρώθης, ηγιάσθης, απελούσθης, εις το όνομα του Πατρός και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν”.
(4) Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ότι έχουμε μεγάλη διαφορά εμείς οι Ορθόδοξοι με τους Προτεστάντες. Αυτοί απορρίπτουν τελείως τα έργα εξηγώντας κακώς μερικά χωρία της Αγίας Γραφής. Αλλ’ όσα αναφέραμε προηγουμένως υποστηρίζουν φανερά την Ορθόδοξη άποψη, η οποία είναι ότι ο άνθρωπος δεν δικαιώνεται μόνο με την Πίστη, αλλά και με τα έργα της πίστης, που είναι απαραίτητα για να βεβαιώνουν και προσεπικυρώνουν την πίστη. Και έχουμε σε αυτό τη μαρτυρία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου που μας λέει· “δείξον μοι την πίστιν σου εκ των έργων σου” (ιακ. Β’ 18). Αλλά και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει· “Σχήμα εστι μόνον χωρίς δυνάμεως πίστις χωρίς έργων. (Μόνο σχήμα και λόγος χωρίς αξία είναι η πίστη, όταν δεν έχει έργα). Ώσπερ σώμα καλόν και ευανθές, όταν ισχύν μη έχη, αλλά τοις εζωγραφημένοις ή προσεοικός, ούτω πίστις ορθή, χωρίς έργων”. Όπως ένα σώμα καλό και ωραίο, όταν δεν έχει δύναμη και ζωή, μοιάζει με τα άψυχα σώματα που έχουν οι ζωγραφιές, έτσι είναι και η ορθή πίστη, χωρίς τα έργα της αγάπης και αρετής. Και ο ιερός Δαμασκηνός· “Αύτη δε τελειούται πάσι τοις νομοθετηθείσιν υπό του Χριστού, έργω πιστεύουσα, ευσεβούσα και τας εντολάς πράττουσα του ανακαινίσαντος ημάς”. Η πίστη δηλαδή αποδεικνύεται τέλεια και ολοκληρωτική, όταν παρουσιάζεται στολισμένη με όλα όσα διέταξε ο Χριστός. Να αποδεικνύεται πίστη με τα έργα, να έχει αληθινή ευσέβεια και να πράττει τις εντολές του Χριστού, ο οποίος μας ανακαίνισε. Και άλλος· “τα αγαθά έργα, ήτουν η χριστιανική αρετή είναι ένας καρπός, οπού γεννάται από την πίστη, ως από αγαθό δένδρο” (Δοσίθεος). “Εννοούμεν δε τα έργα… καρπούς, δι’ ων η πίστις λαμβάνει το έμπρακτον”.
Μια άλλη πλάνη και κακοδοξία, της παπική Εκκλησίας, είναι η αξιομισθία των αγίων ή τα υπέρτακτα έργα, όπως τα λένε οι παπικοί. Δηλαδή οι Ρωμαιοκαθολικοί λένε, ότι ορισμένα έργα είναι αρκετά για να σώσουν τον άνθρωπο και να τον οδηγήσουν στον Παράδεισο. Οι άγιοι όμως, λένε πάλι οι ίδιοι, έχουν κάνει στη ζωή τους πολλά καλά έργα, πιο πολλά από τα καθορισμένα, από όσα είναι αρκετά για να σωθεί ο άνθρωπος. Αυτά τα λένε υπέρτακτα έργα, πάνω από τα τακτικά και ορισμένα. Αυτά τους δίνουν και πολύ μεγάλο μισθό, μεγαλύτερο από εκείνο που τους χρειάζεται. Και αυτά τους περισσεύουν. Και ο μεγάλος μισθός τους μπορεί να μοιρασθεί με άλλους, που δεν έχουν έργα ή έχουν λιγοστά και δεν τους φθάνουν, για να μπουν στον Παράδεισο. Αυτά, λοιπόν, τα περισσεούμενα έργα των Αγίων μπορούν να χρησιμεύσουν για άλλους, που δεν έκαναν όσα έπρεπε να κάνουν και να δικαιωθούν. Και εδώ στηρίζονται τα “συχωροχάρτια” που δίνει ο Πάπας. Παίρνει δηλαδή ο Πάπας τα περίσσια έργα των αγίων, τα πλεονάσματα, ας πούμε, και τα χαρίζει στους ελλειμματίες. Με τα περίσσια των αγίων καλύπτει τα ελλείμματα των αμαρτωλών! Είπαμε πως αυτό είναι πλάνη και μεγάλη κακοδοξία, ξένη προς το Ευαγγέλιο και τα δόγματα της Εκκλησίας. Διότι, πρώτον, τον αμαρτωλό τον σώζει η θυσία του Χριστού, τα δε καλά έργα, τα δικά του και όχι τα ξένα, είναι η εκδήλωση και καρποφορία της πίστης του προς το Χριστό, είναι η έμπρακτη αγάπη του. Έπειτα υπέρτακτα έργα και αξιομισθίες αγίων δεν υπάρχουν στο Χριστιανισμό. Και δεν υπάρχουν, διότι ό,τι καλό μπορεί ο Χριστός να κάνει πρέπει να το κάνει, είναι καθήκον και χρέος να το κάνει. Οφείλει, χρωστά να το κάνει, χωρίς αξιώσεις αμοιβών και βραβείων. Όσα καλά και αν κάνει, πάλι τίποτε το περίσσιο δεν μένει, αφού δωρεάν σώζονται όλοι, και αφού ο ίδιος ο Χριστός μας λέει· Και “όταν ποιήσητε πάντα τα διδαχθέντα υμίν, λέγετε ότι δούλοι αχρείοι εσμεν, ότι ό ωφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν” (Λουκ. Ιζ’ 10). Ολέθρια, λοιπόν, πλάνη και αίρεση η διδασκαλία αυτή της παπικής εκκλησίας, που αποκοιμίζει τον αμαρτωλό και τον κρατά αμετανόητο.

Πίστη και Έργα
Αν ποθούμε τη βασιλεία των ουρανών, πρέπει να έχουμε πολλή προσοχή και επιμέλεια και προθυμίαστην εργασία των εντολών του Θεού. Για να σωθούμε, δε φτάνει μόνο να πιστεύουμε στον αληθινό Θεό και να είμαστε ορθόδοξοι χριστιανοί. Πρέπει και να αγωνιζόμαστε «τον καλό αγώνα», να ζούμε «ἀξίως τῆς κλήσεως, ἧς ἐκλήθημεν», δηλαδή να κάνουμε και έργα χριστιανικά, αφού είμαστε βαπτισμένοι χριστιανοί και τιμημένοι με το όνομα του Χριστού.
Ας μη νομίζουμε πως θα σωθούμε μόνο με την πίστη. Η πίστη χωρίς έργα δεν ωφελεί σε τίποτα. Ο Κύριος βέβαια είπε ότι «ὁ πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ὁ δε ἀπιστήσας κατακριθήσεται». Ο Ίδιος όμως είπε και τούτο: «Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι ‘‘Κύριε, Κύριε’’ εἰσελεύσεται εἰς την βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν το θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς». και ο Απόστολος Παύλος γράφει για κείνους που δεν έχουν καλά έργα: «Θεόν ὁμολογοῦσιν εἰδέναι, τοῖς δε ἔργοις ἀρνοῦνται, βδελυκτοί ὄντες και ἀπειθεῖς και προς πᾶν ἔργον ἀγαθόν ἀδόκιμοι».
Αν σωζόταν κανείς μόνο με την πίστη, τότε όλοι θα εξασφάλιζαν εύκολα τη σωτηρία. Γιατί «καί τά δαιμόνια πιστεύουσι και φρίσσουσι». Ας θυμηθούμε αυτό που έλεγαν οι δαίμονες με το στόμα της «μαντευομένης παιδίσκης» των Φιλίππων για τους αποστόλους Παύλο και Σίλα: «Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἴτινες καταγγέλουσιν ὑμῖν ὁδόν σωτηρίας». Αυτοί λοιπόν οι δαίμονες, που πιστεύουν, καταδικάστηκαν στη γέενα του πυρός για τα πονηρά τους έργα.
Όπως το σώμα χωρίς την ψυχή είναι ακίνητο και ανενέργητο, έτσι και η πίστη χωρίς έργα είναι νεκρή. Ας ακούσουμε τον Άγιο Ιάκωβο τον Αδελφόθεο, που με τόση ενάργεια τονίζει: «Τι το ὄφελος, ἀδελφοί μου, ἐάν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δέ μη ἔχῃ; Μη δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; Ἐάν δέ ἀδελφός ἤ ἀδελφή γυμνοί ὑπάρχωσι και λειπόμενοι ὦσι τῆς ἐφημέρου τροφῆς, εἴπη δέ τις αὐτοῖς ἐξ ὑμῶν, ‘‘ὑπάγετε ἐν εἰρήνῃ, θερμαίνεσθε και χορτάζεσθε’’, μη δῶτε δε αὐτοῖς τά ἔπιτήδεια τοῦ σώματος, τι το ὄφελος; Οὕτω και ἡ πίστις, ἐάν μη ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστί καθ’ ἑαυτήν».
Μετά από αυτά, είναι φανερό πως πρέπει να έχουμε και έργα μαζί με την πίστη. Και όποιος έχει, είναι καλύτερος απ’ αυτόν που κάνει θαύματα. Αλήθεια, τι ωφελείται εκείνος που κάνει θαύματα τώρα, αλλά θα χάσει τη βασιλεία των ουρανών; Πώς θα σωθεί ακόμα κι ένας θαυματουργός, αν δεν έχει έργα, που θα τον δικαιώσουν; Να γιατί ο Χριστός προειδοποίησε ρητά: «Πολλοί ἐροῦσί μοι ἐν ἐκείνῃ τῃ ἡμέρᾳ  ‘‘ Κύριε, Κύριε, οὑ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν, και τῷ σῷ ὀνόματι δυνάμεις πολλάς ἐποιήσαμεν;’’ Και τότε ὀμολογήσω ἀυτοῖς ὅτι ‘‘οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς × ἀποχωρεῖτε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι την άνομίαν’’». Βλέπουμε λοιπόν, πως κι εκείνοι που έχουν χαρίσματα θαυματουργίας, προφητείας κ.ά., δε μπορούν να ωφελήσουν τον εαυτό τους χωρίς έργα.
Όποιος πιστεύει πραγματικά στο Θεό και στην πρόνοιά Του, αυτός σκορπίζει στους φτωχούς τα χρήματά του, ελπίζοντας ότι θα πάρει «μισθόν ἐκαντοταπλασίονα» και θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Αυτό έκαναν οι πρώτοι χριστιανοί, όπως διαβάζουμε στις Πράξεις: «Πάντες οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπί το αὐτό και εἴχον ἅπαντα κοινά, καί τά κτήματα και τάς ὑπάρξεις ἐπίπρασκον και διεμέριζον αὐτά πᾶσι καθότι ἄν τις χρείαν εἶχε».
Όποιος πιστεύει, αγωνίζεται ναταπεινωθείμετανοεί για τις αμαρτίες του, είναι πράος και ειρηνικός, μισεί την αδικία και αγαπάει τη δικαιοσύνη, γιατί θυμάται το ψαλμικό: «Ὁ ἀγαπῶν την ἀδικίαν μισεῖ την ἑαυτοῦ ψυχήν».
Όποιος πιστεύει, υπομένει αγόγγυστα κάθε πειρασμό, για να στεφανωθεί με το στεφάνι της άφθαρτης δόξας. Φυλάει τη σωφροσύνη και δε μολύνει τον εαυτό του με πορνείες και άλλες ακαθαρσίες, γνωρίζοντας πως όποιοι μολύνουν τα σώματά τους δεν θα σωθούν: «πόρνους γάρ και μοιχούς κρινεῖ ὁ Θεός».
Αυτός που πιστεύει αληθινά, δεν είναι οκνηρός και αμελής στην προσευχή, δεν κατακρίνει κανένα και δεν ακολουθεί «την εὐρύχωρον ὁδόν» , αλλά «την στενήν και τεθλιμμένην». Δεν αγαπάει τον κόσμο ούτε γονείς, ούτε αδέρφια, γυναίκα και παιδιά περισσότερο από τον Κύριο. Δεν ξεφαντώνει με μεθύσια και αμαρτωλά τραπέζια, όπου ακούγονται τραγούδια και λόγια άσεμνα, αλλά θυμάται το θάνατο και τη φοβερή ημέρα της Κρίσεως. Γι’ αυτό προσεύχεται και νηστεύει και εγκρατεύεται καιετοιμάζεται όπως πρέπει, για να δώσει «καλήν ἀπολογίαν» στον ουράνιο Κριτή.
Όσοι πιστεύουν, αγαπούν τον Κύριο και μισούν τα πονηρά έργα. Δεν μνησικακούν εναντίον του αδελφού τους και δεν αποδίδουν κακό στο κακό. Κάνουν καλό σ’ αυτούς που τους κακομεταχειρίζονται, ευλογούν αυτούς που τους καταριώνται και υπομένουν καρτερικά αυτούς που τους κατατρέχουν. Όταν τους βρίζουν, χαίρονται. Έχουν αγάπη καθαρή, ανόθευτη και αληθινή, όπως ο Απόστολος Παύλος, που έφτασε στο σημείο να λέει: «Ἀλήθειαν λέγω ἐν Χριστῷ, οὐ ψεύδομαι, συμμαρτυρούσης μοι τῆς συνειδήσεώς μου ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ὅτι λύπη μοί ἐστί μεγάλη καί ἀδιάλειπτος ὀδύνη ἐν τῇ καρδία μου. Ηὐχόμην γάρ αὐτός ἐγώ ἀνάθεμα εἶναι ἀπό τοῦ Χριστοῦ ὑπέρ τῶν ἀδελφῶν μου». Τέτοια αγάπη είχε και ο προφήτης Μωϋσής, που όταν οι Ισραηλίτες αρνήθηκαν το Θεό και προσκύνησαν ένα είδωλο –ένα χρσό μοσχάρι-τους είπε: «Ὑμεῖς ἡμαρτήκατε ἁμαρτίαν μεγάλην × καί νῦν ἀναβήσομαι προς τον Θεόν, ἵνα ἐξιλάσωμαι περί τῆς ἁμαρτίας ὑμῶν». Και ανέβηκε στο όρος Σινά και είπε στο Θεό: «Δέομαι, Κύριε× ἡμάρτηκεν ὁ λαός οὗτος ἁμαρτίαν μεγάλην καί ἐποίησαν ἑαυτοῖς θεούς χρυσοῦς. Καί νῦν εἰ μέν άφεῖς αὐτοῖς την ἁμαρτίαν αὐτῶν, ἄφες × εἰ δέ μή, ἐξάλειψον κἀμέ ἐκ τῆς βίβλου σου, ἧς ἔγραψας». Τέτοια διάθεση είχε και ο προφήτης Δαβίδ, όταν έλεγε: «Μετά τῶν μισούντων τήν εἰρήνην ἤμην εἰρηνικός».
Όσοι πιστεύουν δεν ξέρουν τι είναι υποκρισία ή κολακεία ή προσωποληψία, γιατί σ’ όλες τους τις ενέργειες είναι ευθείς, τίμιοι και ειλικρινείς. Δεν υπερηφανεύονται και δεν υψηλοφρονούν για τους επαίνους και τις κολακείες, που τους κάνουν οι άλλοι. Αποστρέφονται τον κόσμο της αμαρτίας, ακολουθώντας την υπόδειξη του αποστόλου Παύλου: «Οὐδείς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις, ἵνα τῷ στρατολογήσαντι αρέσῃ. Ἐάν δέ καί ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται ἐάν μή νομίμως ἀθλήσῃ».
Όσοι πιστεύουν, δεν λένε ποτέ ψέματα, δεν είναι πλεονέκτες, δεν κοινωνούν ανεξομολόγητοι, δεν κατακρίνουν τους άλλους. Με δύο λόγια, βαδίζουν προσεκτικά και σταθερά στο δρόμο των εντολών του Χριστού και πιστεύουν σ’ Αυτόν όχι με τα λόγια, αλλ’ «ἐν έργῳ καί ἀληθείᾳ».
Βλέπετε τώρα πώς ζουν όσοι πιστεύουν; Λοιπόν πώς είναι δυνατόν να θεωρούμε κάποιον πιστό, όταν είναι φτωχός σε έργα;
Αν πιστεύουμε πραγματικά, ας πολεμήσουμε την αμαρτία και ας αφήσουμε κάθε κακό, που μέχρι τώρα κάναμε. Ας αγωνιστούμε με προθυμία, για να βρεθούμε έτοιμοι μπροστά στον Κύριο τη φοβερή ημέρα της Κρίσεως. Ας ξυπνήσουμε από τον ύπνο της αμέλειας. Ας επανορθώσουμε τα σφάλματά μας και ας διώξουμε τους πονηρούς λογισμούς. Ας προσπαθούμε να εκπληρώνουμε τις εντολές του Θεού, για να στεφανωθούμε απ’ Αυτόν και να κληρονομήσουμε τη βασιλεία των ουρανών.

Απόσπασμα από το Βιβλίο 
«Απόσταγμα πατερικής σοφίας»
της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής
Είναι απαραίτητο να νηστεύουμε;

Πρώτα θα κάνω λόγο για την εγκράτεια στα φαγητά, η οποία είναι αντίθετη της γαστριμαργίας, και για τον τρόπο των νηστειών και την ποσότητα των φαγητών. Και αυτά, όχι από τον εαυτό μου, αλλά καθώς παραλάβαμε από τους αγίους Πατέρες. Εκείνοι λοιπόν, δεν έχουν παραδώσει έναν κανόνα νηστείας, ούτε έναν τρόπο της διατροφής, ούτε το ίδιο μέτρο, γιατί δεν έχουν όλοι την ίδια δύναμη, είτε λόγω ηλικίας, είτε ασθενείας, είτε καλύτερης συνήθειας του σώματος. Έχουν όμως παραδώσει σε όλους έναν σκοπό, να αποφεύγουμε την αφθονία και να αποστρεφόμαστε το χορτασμό της κοιλιάς.Έχουν δει στην πράξη ότι είναι ωφελιμότερο και βοηθά στην καθαρότητα το να τρώει κανείς μια φορά την ημέρα από το να τρώει κάθε τρείς ή τέσσερις ή εφτά ώρες. Γιατί λένε, εκείνος που επεκτείνεται υπέρμετρα στην νηστεία, υπέρμετρα κατόπιν τρώει. Και από αυτό, άλλοτε εξαιτίας της υπερβολής της αποχής από την τροφή ατονεί το σώμα και γίνεται πιο απρόθυμο για τις πνευματικές εργασίες, και άλλοτε όταν γεμίσει από το βάρος των τροφών προκαλεί αμέλεια και εξασθένηση της ψυχής.
Και πάλι οι άγιοι Πατέρες δοκίμασαν και είδαν ότι δεν είναι για όλους κατάλληλη η διατροφή με χόρτα, ούτε με όσπρια, ούτε όλοι μπορούν να τρέφονται μόνο με ξερό ψωμί. Και άλλος, καθώς είπαν, ενώ τρώει δύο λίτρες ψωμί, πεινά ακόμη, ενώ άλλος τρώει μία λίτρα ή έξ ουγγιές και χορταίνει. Σε όλους λοιπόν, όπως είπα, ένα κανόνα εγκράτειας έχουν παραδώσει, το να μην ξεγελιούνται με το χορτασμό της κοιλίας, ούτε να παρασύρονται από την ηδονή του λάρυγγα. Γιατί δεν είναι μόνο η διαφορά της ποιότητας των τροφών, αλλά και η ποσότητα που ανάβει τα πυρωμένα βέλη της πορνείας. Γιατί με οποιαδήποτε τροφή όταν γεμίσει η κοιλιά, γεννά το σπόρο της διαφθοράς. Και πάλι δεν είναι μόνο η κραιπάλη του κρασιού που φέρνει μέθη στη διάνοια, αλλά και η αφθονία του νερού και κάθε τροφής η υπερβολική χρήση, τη ζαλίζει και φέρνει νύστα σ’αυτήν. Αιτία της καταστροφής των Σοδομιτών δεν ήταν η κραιπάλη του κρασιού και των διαφόρων φαγητών, αλλά η αφθονία του άρτου, κατά τον προφήτη.

Τις τροφές τις χρησιμοποιούμε τόσο ώστε να ζήσουμε, όχι για να σκλαβωθούμε στις ορμές της επιθυμίας. Η μετρημένη και μέσα σε λογικά όρια τροφή βοηθά στην υγεία του σώματος, δεν αφαιρεί την αγιότητα. Ακριβής κανόνας εγκράτειας όπως παρέδωσαν οι Πατέρες είναι να σταματούμε να τρώμε πρίν χορτάσουμε. Και ο Απόστολος που είπε: «Μη φροντίζετε για τη σάρκα, πώς να ικανοποιήσετε τις επιθυμίες της», δεν εμπόδισε την αναγκαία κυβέρνηση της ζωής, αλλά απαγόρευσε την φιλήδονη φροντίδα.
Άλλωστε, για την τέλεια καθαρότητα της ψυχής, δεν αρκεί  μόνη η εγκράτεια στα φαγητά αν δεν συντρέχουν και οι υπόλοιπες αρετές. Τη μερική καθαρότητα της ψυχής, μέσω της σωφροσύνης, ιδιαίτερα κατορθώνουν η νηστεία και η εγκράτεια. Γιατί είναι αδύνατον εκείνος που έχει γεμάτη την κοιλιά του, να κάνει νοερό πόλεμο εναντίον του πνεύματος της πορνείας.
Ώστε λοιπόν πρώτος αγώνας μας ας είναι να συγκρατούμε την κοιλιά μας και να υποδουλώνουμε το σώμα. Όχι μόνο με νηστεία, αλλά και με αγρυπνία και κόπο και πνευματικά αναγνώσματα και με το να μαζεύουμε την καρδιά μας πάνω στο φόβο της κολάσεως και στον πόθο της βασιλείας των Ουρανών.
Απόσπασμα από τη «Φιλοκαλία»
Άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος