Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Το φωτεινό λευκό ράσο  

κυρ Μανώλης ταν συχος νθρωπος. γαθός καί λιγάκι φελής. Εχε δέκα τέσσερα χρόνια νεωκόρος στούς γίους Ταξιάρχες. Πρίν ταν σέ λλη παρχία κι ταν κι κε νεωκόρος, τσι εχε πε. χι πώς νοιαζε καί κανένα… ταν κι φημέριος πού τόν προσέλαβε, παπα-Θεοδόσης, νθρωπος δολος.
Κάποια Κυριακή, ξεκίνησε
νεωκόρος πρωί-πρωί γιά τόν ναό. Θά εχαν μουσαφιραίους παπάδες πό λλη Μητρόπολη. Δεσπότης εχε ζητήσει πό τόν
παπα-Θεοδόση νά τούς φιλοξενήσει συλλειτουργούς στόν ναό του.
γαθός νεωκόρος φτασε ξημέρωτα στόν ναό. Τό κρύο τσουχτερό. Καθώς κανε νά βάλει τό κλειδί στήν εσοδο, διέκρινε λίγο πόμερα στό σκοτάδι κάτι νά κινεται. Τόν πλησίασε να παλληκάρι στό μπόι του. ταν διπλωμένος πό τή στέρηση καί μελανιασμένος πό τό κρύο. Φοροσε μονάχα τά σώρουχά του! Κύριος οδε σέ τί εχε μπλεχτε πό τί εχε ξεμπλέξει…
κύρ Μανώλης τρόμαξε ρχικά, λλά μετά σάστισε.
«Τί συνέβη
ρέ παιδί; Γιατί εσαι τσι;».
«
στα μπάρμπα… χεις τίποτα νά μο δώσεις νά φορέσω;».
«Πο
νά βρ ρέ παιδί;… Κάτσε, στάσου. λα μέσα…».
Μπ
καν στόν πρόναο. κύρ Μανώλης, χωρίς δεύτερη κουβέντα, βγάζει πανωφόρι, πουλόβερ, πουκάμισο, παντελόνι καί το τά δίνει. Σάστισε τώρα νεαρός.
«Τί κάνεις
κε ρέ μπάρμπα;».
«Μή σέ νοιάζει…
γώ φοράω τό ρασάκι μου πάνω πό τά ροχα κι εναι μακρύ, δέν θά φαίνεται… Κι στερα δ μέσα θά χει ζέστη σέ λίγο… Μή σέ νοιάζει… Δέν κάθεσαι κι σύ; Θά ζεσταθες…».
νεαρός εχε δη γυρίσει τήν πλάτη του καί κατέβαινε τά σκαλιά μέ τά ξένα ροχα φορεμένα.
Λειτουργία προχωροσε. παπα-Θεοδόσης καί λλοι τρες ερες, μέ τά μφιά τους, συλλειτουργοσαν ρθιοι γύρω πό τήν γία Τράπεζα. Κάποια στιγμή, κε γύρω πό τό «πρόσχωμεν τά για τος γίοις…», παπα-Θεοδόσης σήκωσε τό κεφάλι καί πρόσεξε σέ μιά γωνιά το ερο τόν κύρ Μανώλη, πού μόλις εχε μπε, μπερίστατος καί γχωμένος πως πάντα, γιά νά τά προλάβει λα.
«Βρέ σέ καλό του… », ε
πε πό μέσα του καλόβουλος ερέας, «σήμερα βρκε ελογημένος νά κάνει τίς κορδέλες του; Σήμερα πού χουμε κόσμο;… ντί νά βάλει τό κλασικό του μαρο ρασάκι, πγε κι βαλε ατή τή λευκή κελεμπία; Σήμερα βρκε;… σα δηλαδή νά τόν δον ο ξένοι καί νά βρομε κάνα μπελά μέ τέτοια καμώματα… Θές νά φτάσει καί στ’ ατιά το Δεσπότη κάνα τέτοιο: “Στούς Ταξιάρχες τό ρίξανε στά παρδαλά…”».
Μέχρι τό τέλος τ
ς κολουθίας, παπα-Θεοδόσης δέν μποροσε νά ρεμήσει. «Ρέ πειρασμός πού μς βρκε Κυριακάτικα… Κι πό κε πού δέν τό περιμέναμε…».
Κήρυξε
νας πό τούς φιλοξενούμενους ερες. Κοινώνησαν τόν κόσμο. βαλαν πόλυση.
παπα-Θεοδόσης πήγαινε νά σκάσει. Κάθε πού βλεπε τόν κύρ Μανώλη νά πηγαινοέρχεται μπροστά στούς ξένους παπάδες, δαγκωνόταν…
Ο
ερες βγαλαν τά μφιά τους, τοιμάστηκαν.
«Πατέρες, θέλετε νά
κατεβετε στό πόγειο; Θά χουμε καφέδες καί κέρασμα. Θά χαρομε νά μείνετε… Νά, κύρ Μανώλη», κανε νά φωνάξει τόν νεωκόρο, « μλλον σε», μουρμούρισε μέσα πό τά δόντια του. «ντώνη, ντώνη», φώναξε τόν ψάλτη, «πάρε τούς πατέρες κάτω, μέχρι νά τελειώσω κι γώ δ… Πατέρες, τελειώνω κι ρχομαι… ».
Ο
ερες φύγανε. μεινε στό ερό μονάχος του. Καί νά σου κι κύρ Μανώλης, φουριόζος, μέ χέρια φορτωμένα.
«
λα δ, βρέ Μανώλη, λα δ… Τί σο ρθε βρέ ελογημένε καί μο σημαιοστολίστηκες σήμερα;».
«Π
ς;», κανε κύρ Μανώλης μέ τό χαρακτηριστικό βλέμμα το νθρώπου πού σέ κοιτάει πό τό βάθος τς φέλειας.
«Πο
πγες καί τό βρκες βρέ νθρωπέ μου ατό τό ράσο; Μά ρεζίλι θέλεις νά μς κάνεις;».
«Πάτερ μου
σες μο τό δώσατε… Εναι λίγο πλυτο βέβαια… λλά κεριά εναι, μή νομίζετε τι φεύγουν καί εκολα…».
«
γώ σο τό δωσα; Πότε μωρέ σο τό δωσα γώ;».
«
ταν πρωτορθα βρέ πάτερ μου, πρίν δεκατέσσερα χρόνια… Μπάααα, τί πάθατε σήμερα;».
Θόλωσε
παπα-Θεοδόσης. «Θά μέ τρελάνεις μωρέ; Δέν σο μιλάω γιά τό μαρο σου τό ράσο… Γιά τοτο δ σο μιλάω… », καί κάνει μιά μέ θυμό καί ρπάζει τό ράσο το κύρ Μανώλη…
Σάν λέπι
πεσε π’ τά μάτια του στραφτερή λευκάδα κι εδε στά χέρια του να μαρο τριμμένο ρασάκι, θαμπό πό τή χρήση καί τά κεριά. Κι τσι πως τό νασήκωσε, βλέπει γυμνά τά πόδια το κύρ Μανώλη, σάν νά φοροσε πό μέσα κοντό παντελονάκι.
«Τί
γινε βρέ Μανώλη;», ρώτησε μέ φωνή ξεψυχισμένη, σάν νά το χε ρθει ζαλάδα.
φελής νεωκόρος το τά επε λα μέ πλότητα.
παπα-Θεοδόσης εχε καταπιε τή γλώσσα του. νιωθε μέσα του κάτι σάν ταπείνωση πού ντούτοις τόν γλύκαινε