Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012


ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΔΙΔΑΧΕΣ

 
cf80-cf80ceb1ce90cf83ceb9cebfcf82
Διδαχές Γερόντων
για το θάνατο, για την ψυχή, για τη φιλαργυρία, τους σύγχρονους ανθρώπους, για την Ορθοδοξία, την αντιμετώπιση των αιρετικών, για τη φύση και τη σημερινή Ελλάδα.

α'. Για το θάνατο
1.   Ο Γέροντας  Φιλόθεος έλεγε ότι ο άνθρωπος στην παρούσα ζωή περνάει από πολλές δυσκολίες, τις όποιες πρέπει να αντιμετωπίζει με πίστη στο Θεό. Ειδικό­τερα τόνιζε: «Ή παρούσα πρόσκαιρη ζωή μοιάζει με θά­λασσα και εμείς οι άνθρωποι είμαστε πλοιάρια. Και όπως τα πλοία πού ταξιδεύουν στη θάλασσα δεν συναντούν μό­νο γαλήνη αλλά πολλές φορές συναντούν ισχυρούς ανέ­μους και μεγάλες τρικυμίες και κινδυνεύουν, έτσι και ε­μείς, οι όποιοι ταξιδεύουμε στη θάλασσα της πρόσκαιρης ζωής, συναντούμε πολλές φορές ισχυρούς ανέμους, και μεγάλες τρικυμίες, σκάνδαλα, πειρασμούς, ασθένειες, θλί­ψεις,   στενοχώριες,   διωγμούς και  διάφορους κινδύνους. Δεν πρέπει όμως να δειλιάζουμε. Να έχουμε θάρρος, αν­δρεία, πίστη. Και αν ως άνθρωποι ολιγόψυχοι και ολιγόπιστοι δειλιάσουμε στους κινδύνους, να φωνάξουμε στο Χριστό όπως ό Πέτρος και εκείνος θα απλώσει το χέρι του και θα μας βοηθήσει».
2.  Οι Γέροντες αντιμετώπιζαν το θάνατο με γενναιό­τητα και βαθιά πίστη στην αιώνια ζωή. Ενδιαφέροντα τα όσα έλεγε παραβολικά ο Γέροντας  Γεώργιος, καθώς αισθανόταν ότι το τέλος της επίγειας ζωής του ήταν πολύ κοντά: «Πρέπει να φύγω. Είναι θέλημα Θεού και πρέπει να φύγω, γιατί η αμαρτία προχώρησε πολύ. Μέσα στο βούρκο της αμαρτίας κυλιέται ο κόσμος και δεν το κατα­λαβαίνει. Και αυτά έμενα με κουράζουν. Πρέπει να φύγω. Εκείνο πού λυπάμαι όμως είναι τα δέντρα πού φύτεψα στο περιβόλι, γιατί είναι ακόμα μικρά και αδύνατα. Δεν πρόλαβαν να μεστώσουν, να γίνουν δέντρα με γερό κορμό και με τον πρώτο αέρα θα λυγίσουν». «Έκανα ένα κοπάδι πρόβατα και είμαι τσοπάνος και φροντίζω τα πρόβατα μου να είναι όπως εγώ τα θέλω. Όταν όμως θα φύγω, το κοπάδι μου θα σκορπίσει.  Θα μείνουν βέβαια πρόβατα στη μάντρα μου, αλλά πολλά θα φύγουν και θα ταλαν­τεύονται εδώ και εκεί. Θα έρθουν και ξένα πρόβατα στη μάντρα μου και θα διδαχτούν από τα πιστά μου πρόβατα και δεν θα λυγίσουν με κανένα τρόπο». Και άλλοτε έλεγε σε πνευματικά του τέκνα: «Μη στενοχωριέστε, γιατί όλοι θα φύγουμε από εδώ. Περαστικοί διαβάτες είμαστε. Εδώ ήρθαμε για να δείξουμε τα έργα μας και να φύγουμε».
3. Για τη μνήμη του θανάτου, ό Γέροντας Δανιήλ έλεγε:  «Όταν θυμάμαι το θάνατο, πατώ την αλαζονεία μου, κατανοώ ότι δεν είμαι τίποτα, συναισθάνομαι ότι ό πλούτος, η τιμή και η φθαρτή φαντασία είναι μάταια και ανωφελή και μόνο η ταπεινή επίγνωση του εαυτού μου και ή αγάπη του πλησίον μου και τα παραπλήσια με αυτά καλά μπορούν να με βοηθήσουν κατά την ώρα της εξόδου μου. Όταν όμως αποχαιρετήσω τη μνήμη του θανάτου, τότε και το λογιστικό και το επιθυμητικό και το θυμικό της ψυχής μου γεμίζουν με ξένους και αντίξοους λογισμούς και γίνομαι χλεύη ανθρώπων και δαιμόνων».
4. Σε ερώτηση κάποιας γυναίκας αν είναι αμαρτία η επιθυμία του θανάτου, ό Γέροντας Ιωήλ απάντησε: «Αν επιθυμείς να πεθάνεις για να απαλλαγείς από τα βάσανα, βέβαια είναι αμαρτία, διότι είναι σαν να γογγύζεις κατά του Θεού πού επιτρέπει τα βάσανα σου. Αν όμως επιθυ­μείς να πεθάνεις για να μην αμαρτάνεις και λυπείς με τις αμαρτίες σου το Θεό, αυτό δεν είναι καθόλου αμαρτία. Αν πάλι επιθυμείς να πεθάνεις, διότι δεν αντέχεις το χω­ρισμό σου από το Θεό και θέλεις να μεταβείς το συντο­μότερο κοντά του, τότε η επιθυμία σου αυτή είναι τρισευλογημένη».
5.  Ρώτησαν το Γέροντα Επιφάνιο αν φοβάται το θάνατο και εκείνος απάντησε: «Το θάνατο δεν τον φοβά­μαι, όχι βέβαια ένεκα των έργων μου, αλλά επειδή πιστεύω στο έλεος του Θεού».
6.  Έλεγε ό Γέροντας Αμφιλοχίας: «Με τη χάρη του Θεού ο άνθρωπος πετυχαίνει την πνευματική του ανύ­ψωση,   μεταμορφώνεται,   γίνεται   άλλος   άνθρωπος,   του φεύγει ό φόβος. Δεν φοβάται το θάνατο και τούτη τη ζωή, όσο καλή και αν φαίνεται, τη θεωρεί σκλαβιά».
β'. Για την ψυχή
1.   Ό Γέροντας  Πορφύριος είχε παρακολουθήσει μερικά μαθήματα ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο, για να του λυθεί ή απορία, πώς είναι δυνατό να υπάρχουν ψυχία­τροι πού δεν πιστεύουν στην ύπαρξη της ψυχής. Και συμ­πέρανε: «Οι ψυχίατροι και οι ψυχολόγοι μοιάζουν με τον τυφλό, πού με την αφή προσπαθεί να καταλάβει τα πράγ­ματα πού βρίσκονται γύρω του. Ή ψυχή είναι πολύ βαθιά και μόνο ό Θεός τη γνωρίζει».
2.  Για την αξία της ψυχής, ο Γέροντας Ιωήλ έλεγε: «Η αξία της ψυχής είναι άπειρη. Και είναι προφανές τούτο. Όταν θέλουμε να καθαρίσουμε ένα ύφασμα, ποτέ δεν θα χρησιμοποιήσουμε σαπούνι ακριβότερο από το ύφασμα. Το σαπούνι πού θα χρησιμοποιήσουμε θα είναι φθηνότερο από το ύφασμα ή, το πολύ - πολύ, ίσης αξίας. Με τι πλύθηκε και καθαρίστηκε η ανθρώπινη ψυχή; Με το αίμα του Κυρίου! πόση είναι η αξία του αίματος του Κυρίου; Άπειρη! Άρα άπειρη πρέπει να είναι και η αξία της ανθρώπινης ψυχής πού καθαρίστηκε με αυτό».
γ'. Η φιλαργυρία
1. Για τους ανθρώπους πού είναι προσκολλημένοι στα
υλικά αγαθά, ό Γέροντας Παίσιος τόνιζε: «Ο κυριευμέ­νος από υλικά πράγματα είναι κυριευμένος πάντα από στε­νοχώρια και άγχος, γιατί πότε τρέμει μην του τα πάρουν και πότε μην του πάρουν την ψυχή. Ο τσιγκούνης πάλι, πού αγκύλωσε το χέρι του από το πολύ σφίξιμο, έσφιξε και την καρδιά του και την έκανε πέτρινη. Για να θερα­πευθεί θα πρέπει να επισκεφθεί δυστυχισμένους ανθρώ­πους, να πονέσει, οπότε θα αναγκασθεί να ανοίξει σιγά — σιγά το χέρι του, και θα μαλακώσει τότε και η πέτρινη καρδιά του και θα γίνει καρδιά ανθρώπινη και έτσι θα του ανοιχθεί και η πύλη του Παραδείσου».
2. Ό Γέροντας Πορφύριος έλεγε: «Το αν θα πάμε στον Παράδεισο ή στην κόλαση, δεν εξαρτάται από το αν έχουμε λίγα ή πολλά χρήματα, αλλά από τον τρόπο πού θα χρησιμοποιήσουμε αυτά πού έχουμε. Τα χρήματα, τα κτήματα και όλα τα υλικά αγαθά δεν είναι δικά μας, του Θεού είναι, εμείς έχουμε μόνο τη διαχείριση τους. Πρέπει να ξέρουμε ότι ο Θεός θα μας ζητήσει λογαριασμό και για την τελευταία δραχμή μας, αν τη διαθέσαμε σύμ­φωνα με το θέλημα του ή όχι».
δ'. Οι σύγχρονοι άνθρωποι
1.   «Οι άνθρωποι σήμερα, έλεγε ο Γέροντας  Φιλό­θεος, είναι ακράτητοι. Λαός και κλήρος, σαν αχαλίνωτα αλόγα, τρέχουν στην αμαρτία. Δεν συλλογίζονται το Θεό, το θάνατο, την κρίση, την ανταπόδοση, τίποτα - τίποτα, μόνο για την ύλη ενδιαφέρονται, για το σώμα, για τις ηδονές, για τις τιμές. Πολύ λίγοι είναι εκείνοι πού έχουν αληθινά ενδιαφέροντα και ίσως για χάρη αυτών των λίγων κρατάει ο Θεός τον κόσμο».
2.  Ο Γέροντας Π αίσιος έλεγε: «Όσοι αναπαύονται μέσα στον υλικό κόσμο και δεν ανησυχούν για τη σωτη­ρία της ψυχής τους, μοιάζουν με τα ανόητα πουλάκια πού
δεν θορυβούν μέσα στο αυγό, για να σπάσουν το τσόφλι, να βγουν έξω να χαρούν τον ήλιο — το ουράνιο πέταγμα στην παραδεισένια ζωή - αλλά παραμένουν ακίνητα και πεθαίνουν μέσα στο τσόφλι του αυγού».
3.  «Οι κοσμικοί άνθρωποι με κουράζουν, έλεγε ό Γέ­ροντας Αμφιλόχιος, γιατί όσα έχουν μέσα τους απο­θηκευμένα, έρχονται πάνω μου σαν ηλεκτρικά κύματα».
4.  Έλεγε ό Γέροντας Πορφύριος: «Σήμερα οι άν­θρωποι ζητούν να τους αγαπήσουν και γι' αυτό αποτυγχά­νουν. Το σωστό είναι να μην ενδιαφέρεσαι αν σε αγαπούν, αλλά αν εσύ αγαπάς το Χριστό και τους ανθρώπους. Μόνο έτσι γεμίζει η ψυχή».
5. Για τους σημερινούς ανθρώπους, ο Γέροντας της Δράμας Γεώργιος έλεγε: «Ο κόσμος έχει φύγει από την αθωότητα και την καλοσύνη. Κάθε μέρα φροντίζει να βα­δίζει προς το κακό. Όσο περνούν τα χρόνια, βαδίζει στην καταστροφή και ο Θεός δεν το θέλει αυτό».
6. Για την ευγένεια των ανθρώπων της εποχής μας, ο Γέροντας  Π αίσιος υπογράμμιζε: «Κάνει πολύ κακό η κοσμική ευγένεια πού υποκρίνεται, γιατί ξεγελιέται κανείς και ανοίγει την καρδιά του στον κοσμικό άνθρωπο και τελικά χαραμίζει την ευλάβεια του, γιατί εκείνος δεν ξέρει τι θα πει ευλάβεια. Είναι σαν να δίνει χρυσές λίρες σε ανθρώπους πού ξέρουν μόνο τις μπρούντζινες δραχμές».
7.  Ό Γέροντας   Φιλόθεος έλεγε:  «Οι χριστιανοί διαιρούνται σε δύο τάξεις. Είναι οι αγράμματοι και οι εγγράμματοι. Οι περισσότεροι αγράμματοι είναι άπιστοι, δεν γνωρίζουν ότι υπάρχει Θεός, τι είναι ο Θεός και τι είναι η πίστη. Μαθαίνουν όμως τόσα παραμύθια, τόσα άσεμνα τραγούδια, τόσους χορούς! Οι περισσότεροι εγγράμματοι είναι τελείως άπιστοι. Έκτος από λίγες εξαιρέσεις, οι περισσότεροι είναι κούτσουρα! Ποτέ τους δεν προσεύχονται και ντρέπονται να κάνουν το σταυρό τους».
ε'. Για την Ορθοδοξία
1.  Έλεγε ό Γέροντας Πορφύριος: «Η αλήθεια εί­ναι στην Ορθοδοξία. Εγώ την έχω ζήσει και την ξέρω με τη χάρη του Θεού. Υπάρχουν πολλά φώτα πού βλέπει κανείς και εντυπωσιάζεται, μα ένα είναι το αληθινό φως».
2.  Τη δυσάρεστη κατάσταση πού υπάρχει στην Εκ­κλησία μας, ο Γέροντας   Παΐσιος την περιέγραφε ως έξης:  «Δυστυχώς στην εποχή  μας έχουμε πολλούς πού ταράσσουν τη μητέρα Εκκλησία. Όσοι από αυτούς είναι μορφωμένοι, έπιασαν το δόγμα με το μυαλό και όχι με το πνεύμα των άγιων Πατέρων. Οι δε άλλοι πού είναι αγράμ­ματοι, έπιασαν το δόγμα με τα δόντια, γι' αυτό και τρίζουν τα δόντια, όταν συζητούν εκκλησιαστικά θέματα και έτσι δημιουργείται μεγαλύτερη ζημιά από αυτούς στην Εκκλη­σία παρά από τους πολέμιους πού είναι εκτός».
στ'. Αντιμετώπιση αιρετικών
1. Για την αντιμετώπιση των Ιεχωβάδων, ο Γέροντας Πορφύριος τόνιζε: «Ταλαίπωροι είναι οι ψευδομάρτυρες του Ιεχωβά και ό Θεός να τους ελεήσει. Μερικοί χριστιανοί αγανακτούν από αυτούς, άλλοι πάλι τσακώνον­ται μαζί τους και τους βρίζουν και άλλοι τους καταδιώ­κουν στα δικαστήρια. Όμως δεν καταπολεμείται έτσι ό χιλιασμός. Μόνο όταν αγιασθούμε εμείς, καταπολεμείται».
2. Ο Γέροντας Παΐσιος έλεγε: «Αυτό πού επιβάλ­λεται σε κάθε ορθόδοξο είναι να βάζει την καλή ανησυχία στους ετεροδόξους, να καταλάβουν δηλαδή ότι βρίσκονται σε πλάνη για να μην αναπαύουν ψεύτικα το λογισμό τους και στερηθούν και σ' αυτήν τη ζωή τις πλούσιες ευλογίες της Ορθοδοξίας και στην άλλη ζωή στερηθούν τις περισ­σότερες και αιώνιες ευλογίες του Θεού».
3. «Για να αναιρεθούν όλες οι ανοησίες πού γράφον­ται κατά του χριστιανισμού, έλεγε ο Γέροντας Επιφάνιος, θα πρέπει να ήσαν τα βουνά μυαλά, τα δέντρα κονδυλοφόροι, ή θάλασσα μελάνη και οι κάμποι χαρτί».
ζ'. Για τη φύση
1. «Όταν πήγα στο μοναστήρι, διηγούνταν ο Γέρον­τας Ιάκωβος, λόγω παλαιοτέρας πυρκαγιάς, τα γύρω βουνά ήταν γυμνά και μόνο λίγα πεύκα και έλατα υπήρ­χαν. Καθώς λοιπόν πήγαινα στις διάφορες διακονίες, είχα στην τσέπη μου σπόρους από κουκουνάρια των πεύκων και τους έσπερνα σ' όλη την περιοχή. Έκανα και προσευ­χή να διαφυλάσσεται το δάσος, κυρίως από τις πυρκαγιές, οι όποιες έχουν ως αιτία και τον φθόνο του διαβόλου, πού βάζει τα όργανα του να καταστρέφουν τα δάση».
2.  Ό Γέροντας Αμφιλόχιος έλεγε: «Όποιος φυ­τεύει δέντρο, φυτεύει ελπίδα, ειρήνη, αγάπη και έχει τις ευλογίες του Θεού».
3.  Αξιοπρόσεκτη η προφητεία του Γέροντα Γεωρ­γίου: «Θα έρθει εποχή πού θα πλησιάζετε τα δέντρα και δεν θα μπορείτε να φάτε φρούτα».
η'. Η σημερινή Ελλάδα
1. Ο Γέροντας Επιφάνιος έλεγε: «Πονώ και αγω­νιώ για την πορεία του ελληνικού Έθνους, το όποιο συνε­χώς αφελληνίζεται, αποχριστιανίζεται, αποχρωματίζεται, αποκόπτεται από τις ρίζες του και χάνει τα στοιχεία της ταυτότητας του».
2.  «Η χώρα μας, έλεγε ο Γέροντας Αμφιλόχιος, είναι σκεπασμένη με τους πάγους του υλισμού και της αθεΐας και καλούμαστε όλοι να συμβάλουμε στη διάλυση τους. Μόνο όταν φύγουν οι πάγοι αυτοί, θα μπορέσουμε να βρούμε και να χαρούμε ξανά τη γη εκείνη την πραγμα­τική,  την όποια καλλιέργησαν αποστολικά άροτρα και την πότισαν αίματα Μαρτύρων και ιδρώτες Όσιων. Τότε μόνο ο νοητός ήλιος θα θερμάνει την ελληνική γη και αμέσως θα βλαστήσει, θα ανθίσει και θα καρποφορήσει, όπως και άλλοτε, προς δόξαν Θεού».
3.   «Το μπαστούνι του Θεού για μας τους Έλληνες, όταν φεύγουμε από το δρόμο του και πέφτουμε στην ασέ­βεια και αμαρτία, είναι οι Τούρκοι», έλεγε ο Γέροντας της Αίγινας Ιερώνυμος.
4.  Κάποιος ρώτησε το Γέροντα Πορφύριο τι πρέπει να ψηφίσει στις βουλευτικές εκλογές κι εκείνος του απάν­τησε παραβολικά: «Η Ορθόδοξη  Εκκλησία είναι σαν την κλώσσα. Κάτω από τα φτερά της σκεπάζει και άσπρα πουλάκια και μαύρα πουλάκια και κίτρινα και κάθε χρώ­ματος πουλάκια». Και άλλοτε είπε για τους πολιτικούς: «Τι να σου κάνουν και οι πολιτικοί; Είναι μπερδεμένοι με τα ψυχικά τους πάθη. Όταν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του, πώς θα μπορέσει να βοηθήσει τους άλλους; Φταίμε και εμείς για την κατάσταση αυτή. Αν   ήμασταν  αληθινοί  χριστιανοί,   θα  μπορούσαμε  να στείλουμε στη βουλή, όχι βέβαια χριστιανικό κόμμα, αλ­λά χριστιανούς πολιτικούς και τα πράγματα θα ήταν δια­φορετικά».

Από το βιβλίο «Διδαχές Γερόντων» του πρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση