Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Η συνάντηση του π.Σεραφείμ Ρόουζ με τον νεοφανή Άγιο Ιωάννη τον Μαξίμοβιτς

…..Ό Ευγένιος ένιωσε αμέσως την αλλαγή. Όταν πήγαινε στις Ακολουθίες στον καθεδρικό ναό, έβλεπε το νέο επίσκοπο να συμμετέχει με όλη την καρδιά του- μερικές φορές μάλιστα, αφιέρωνε Λειτουργίες σε σχετικά άγνωστους άγιους, ειδικά δυτικοευρωπαίους. Υπήρχε κάτι απόκοσμο σ’ αυτόν τον μικροσκοπικό σκυφτό άνδρα, ό όποιος σύμφωνα με τα κοσμικά κριτήρια δεν έμοιαζε τόσο «αξιοσέβαστος».
Τα μαλλιά του αρχιεπισκόπου Ιωάννη ήταν ακατάστατα, το κάτω χείλος του προεξείχε και είχε μια αισθητή δυσκολία στην άρθρωση πού καθιστούσε τον λόγο του σχεδόν ακατάληπτο για τούς ακροατές του. Μερικές φορές μάλιστα κυκλοφορούσε ξυπόλητος, γεγονός για το όποιο δεχόταν δριμεία κριτική. Αντί της λαμπερής και διακοσμημένης με πολύτιμους λίθους μίτρας πού έφεραν άλλοι επίσκοποι, εκείνος φορούσε ένα καπέλο «πτυσσόμενο» και στολισμένο με εικόνες κεντημένες από τα ορφανά του. Το ύφος του ήταν μερικές φορές αυστηρό, αλλά συχνά έβλεπες να λάμπει στα μάτια του ένα παιχνίδισμα χαράς, ιδίως όταν βρισκόταν κοντά σε παιδιά.
Παρά το πρόβλημα ομιλίας του, είχε απίστευτη επικοινωνία με τα παιδιά, τα όποια τού ήταν απολύτως αφοσιωμένα. Υπήρξαν περιστάσεις πού οι κληρικοί ένιωθαν άβολα βλέποντάς τον στην μέση τής ακολουθίας, να σκύβει και να παίζει με κάποιο μικρό παιδί (ποτέ όμως μέσα στον ιερό).
Ό Ευγένιος, σχολιάζοντας μετά από χρόνια τις φαινομενικά παράξενες κινήσεις τού αρχιεπισκόπου, έγραφε: «Αν και δεν τις καταλάβαινα, διέβλεπα σ’ αυτές κάτι βαθύτερο- και μού δίδαξαν να μην είμαι ικανοποιημένος μόνο με την τέλεση τού τυπικού μέρους των ακολουθιών… ».’ Τέτοιες κινήσεις είχαν σχέση μ’ αυτό πού είναι γνωστό στην ορθόδοξη Παράδοση ως «διά Χριστού σαλότητα»: ή αποκήρυξη τής «σοφίας τού κόσμου τούτου» προς χάριν τής σοφίας τού Θεού.
Ό αρχιεπίσκοπος Ιωάννης έκρυβε πολλά περισσότερα χαρίσματα από όσα φανέρωνε το παράξενο παρουσιαστικό του. Ό Ευγένιος και ό Γκλέμπ άκουσαν από το ποίμνιο του ιστορίες που άφηναν να φανεί καλύτερα ή αφανής εν Θεώ ζωή του. Οι ιστορίες αυτές έμοιαζαν σαν να έβγαιναν κατευθείαν μέσα από τις Πράξεις των Αποστόλων κι όμως συνέβαιναν τώρα στους εσχάτους καιρούς.
Ό αρχιεπίσκοπος Ιωάννης ήταν ένας αυστηρός ασκητής, πάντα άγρυπνος και γρηγορών ενώπιον του Θεού και αδιάλειπτα προσευχόμενος. Έτρωγε μια φορά το εικοσιτετράωρο – τα μεσάνυχτα – και ποτέ δεν ξάπλωνε σε κρεβάτι. Τις νύχτες τις περνούσε συνήθως προσευχόμενος και όταν απόκαμε εξουθενωμένος, έκλεβε λίγες ώρες ύπνου πριν το χάραμα καθισμένος στην καρέκλα ή κουλουριασμένος στον πάτωμα στην γωνία του δωματίου, κάτω από το εικονοστάσι. Με το πού ξυπνούσε, έριχνε κρύο νερό στον πρόσωπο του και άρχιζε την Θεία Λειτουργία την όποια τελούσε ανελλιπώς κάθε μέρα χωρίς ποτέ να απουσιάζει.
Το γεγονός ότι ήταν θαυματουργός ήταν ευρύτερα γνωστό. Οπουδήποτε κι ανελλιπώς είχε πάει – Κίνα, Φιλιππίνες, Ευρώπη, Αφρική και Αμερική – αμέτρητες θεραπείες πραγματοποιήθηκαν μέσα από τις προσευχές του. Έσωσε πολλούς ανθρώπους από επικείμενο κίνδυνο, χάρις στην πληροφορία πού του αποκάλυψε ό Θεός. Ορισμένες φορές είχε εμφανιστεί σε ανθρώπους πού τον είχαν ανάγκη όταν, σύμφωνα με τούς φυσικούς νόμους, ήταν αδύνατο να βρεθεί κοντά τους εκείνες τις στιγμές. Επίσης τον είχαν δει στο ιερό να αιωρείται πάνω από το έδαφος στην διάρκεια της προσευχής, περιβαλλόμενος από ουράνιο φως.
Όπως σημείωσε αργότερα ό Ευγένιος, τέτοια θαύματα δεν ήταν από μόνα τους άξια προσοχής: «Όλα αυτά μπορούν εύκολα να τα μιμηθούν απατεώνες θαυματοποιοί… Στην περίπτωση του αρχιεπισκόπου Ιωάννη, όσοι πίστεψαν μέσα από εκείνον συγκινήθηκαν όχι κυρίως από τα θαύματά του, όσο από κάτι σ’ αυτόν πού μιλούσε στις καρδιές τους».
Ό Ευγένιος άκουσε ιστορίες για τη βαθύτατη συμπόνια του αρχιεπισκόπου: πώς είχε πάει στις πιο επικίνδυνες περιοχές της Σαγκάης για να σώσει παραμελημένα παιδιά από οίκους ανοχής και άλλα εγκαταλελειμμένα σε κάδους σκουπιδιών- για περιπτώσεις συναισθηματικά τραυματισμένων παιδιών πού κλείστηκαν στον εαυτό τους αφότου έγιναν αυτόπτες μάρτυρες βιαιοπραγιών, πολέμων, επαναστάσεων κι όμως άνθιζαν με μια μόνο λέξη από τα χείλη του- για τις επισκέψεις πού έκανε πάντα σε αρρώστους στα νοσοκομεία μετά από’ τις oποιες, πιστοί και άπιστοι θεραπεύονταν με τη χάρη πού ανέβλυζε από’ αυτόν για περιπτώσεις σκληρόκαρδων εγκληματιών πού ξαφνικά και ανεξήγητα ξεσπούσαν σε λυγμούς, μόλις τον έβλεπαν να τούς επισκέπτεται έναν προς έναν στη φυλακή, και δεν τον είχαν ξαναδεί ποτέ στη ζωή τους. Συνήθιζε πάντα να κάνει βόλτες όλη τη νύχτα, σταματώντας μπροστά στα δωμάτια των ανθρώπων για να τούς ευλογήσει και να προσευχηθεί γι’ αυτούς, ενώ εκείνοι συνέχιζαν τον ύπνο τους δίχως να τον αντιλαμβάνονται.
Όπως στην παραβολή του Χριστού για τον άνθρωπο πού ρίχνει σπόρους στη γη και αργότερα βλέπει να βλασταίνουν φυτά και να μεγαλώνουν με τρόπο πού και ό ίδιος δεν ξέρει («και ό σπόρος βλαστάνη και μηκύνηται ως ουκ οιδεν αυτός» Κατά Μάρκον 4:27), έτσι οι γενναίες πράξεις αγάπης και ελέους τού αρχιεπισκόπου Ιωάννη συνέχισαν να φέρνουν αναπάντεχες ευλογίες του Θεού στις ζωές των ανθρώπων. Έναν από’ τα παιδιά πού είχε σώσει ό αρχιεπίσκοπος από τις παραδομένες στην εγκληματικότητα τρωγλοσυνοικίες της Σαγκάης, ό Βλαδίμηρος Τένκεβιτς, ήταν τον πρόσωπο πού χρόνια αργότερα έγινε αφορμή να συναντηθούν ό Ευγένιος με τον Γκλέμπ