Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Οἱ ἄνθρωποι ἀγάπησαν τὸ σκοτάδι καὶ ὄχι τὸ φῶς, καὶ γι’ αὐτὸ θλίβονται"

Ἐπικρατεῖ  μία συννεφιὰ στὸν τόπο μας. Πρόσωπα σκυθρωπά, ἀγέλαστα, θλιμμένα. Δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ποὺ νὰ μὴν πέρασε θλίψη. Διάφορες εἶναι οἱ πηγὲς τῆς θλίψεως. Κουράζουν τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή. Οἱ θλίψεις μποροῦν νὰ ἀρρωστήσουν τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ μποροῦν καὶ νὰ τὸν ὡριμάσουν καὶ νὰ τὸν καλλιεργήσουν. Νὰ τὸν κάνουν νὰ δεῖ τὸν συνάνθρωπό του μὲ μεγαλύτερη ἐπιείκεια,κατανόηση καὶ συμπάθεια.
Ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἐλπίδα στὶς θλίψεις ἀνακουφίζουν. Μπορεῖ οἱ θλίψεις νὰ ὁδηγήσουν σὲ καλό, σὲ μετάνοια. Δὲν εἶναι κανεὶς ποὺ νὰ μὴν πέρασε θλίψεις, πόνους, πειρασμοὺς καὶ δοκιμασίες. Σὰν σαράκι ἡ θλίψη κατατρώει τὸν ἔσω ἄνθρωπο. Ὁ σκοπὸς τῶν θλίψεων στὴ ζωή μας δὲν εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς ἀρέσκεται νὰ τιμωρεῖ καὶ νὰ βασανίζει τοὺς ἀνθρώπους σὰν ἕνας σαδιστὴς πατέρας, ἀλλὰ ἡ διόρθωσή μας, ἡ βελτίωσή μας, ἡ κατεύθυνσή μας στὰ ἄνω. Οἱ θλίψεις μποροῦν νὰ γίνουν ἕνας δρόμος πρὸς συνάντησή μας μὲ τὸν ζῶντα Θεό.
Οἱ ἄνθρωποι ἀγάπησαν τὸ σκοτάδι καὶ ὄχι τὸ φῶς, καὶ γι’ αὐτὸ θλίβονται. Μερικὲς φορὲς οἱ θλίψεις διώχνουν τὴν....

ὀκνηρία, τὴ νωχέλεια καὶ τὴν ἀδιαφορία. Μποροῦν νὰ συγκεντρώσουν τὸν ἄνθρωπο στὸν ἑαυτό του, νὰ γίνει ἀφορμὴ περισυλλογῆς, ἐνδοσκαφῆς, αὐτοανάκρισης, αὐτογνωσίας καὶ αὐτομεμψίας. Οἱ πολλὲς καὶ διάφορες ἀνέσεις μποροῦν νὰ κάνουν τὸν ἄνθρωπο πιὸ ράθυμο, χλιαρὸ καὶ χαλαρό. Μπορεῖ νὰ νομίζει ὅτι εἶναι εὐτυχισμένος, μέσα τοῦ ὅμως νὰ ἔχει μία ἀνεκπλήρωτη χαρά. Ἡ γενναία ἀντιμετώπιση τῶν θλίψεων τῆς ζωῆς θὰ δώσει τὴ νίκη τῆς ἀνδρείας. Μπορεῖ οἱ θλίψεις νὰ μᾶς φέρουν πιὸ κοντὰ στὸ Θεό. Ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ νὰ δοκιμάζει παιδαγωγικὰ γιὰ νὰ βοηθήσει, νὰ φωτίσει, νὰ ἀνορθώσει. Οἱ θλιμμένοι μποροῦν νὰ γίνουν πιὸ συμπάσχοντες καὶ φιλάδελφοι.
Μὴ στὴ στενοχώρια προσθέτουμε στενοχώρια καὶ στὴ θλίψη ἄλλη θλίψη. Κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο κακὸ δὲν εἶναι ἡ ἀσθένεια, ἡ ἀπόρριψη, ἡ οἰκονομικὴ ζημιά, ἡ φτώχεια καὶ ἡ στέρηση παρὰ μόνο ἡ ἁμαρτία. Ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ ἀφαιρεῖ τὸν πλοῦτο ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὸν μεταχειρίζονται λαθεμένα, ἐσφαλμένα, πλεονεκτικὰ καὶ ἀπάνθρωπα. Ἐπιτρέπει τὶς ἀσθένειες στὸ σῶμα γιὰ νὰ τὸ ταπεινώσει, νὰ δώσει ὑγεία στὴν ψυχή, νὰ μὴν ἀφηνιάσει στὴν ἁμαρτία. Παίρνει, παρὰ τὴ θλίψη μας, ἐκείνους ποὺ κρίνει πὼς εἶναι ἡ καλύτερή τους ὥρα. Μὴν τὰ βάζουμε μὲ τὸν Θεό. Ξέρει καλὰ τί κάνει. Δὲν γνωρίζουμε τὸ σωτήριο σχέδιο καὶ τὸν λυτρωτικὸ Θεό. Ἀρκετὲς φορὲς τὸ φάρμακο εἶναι πικρό, δὲν θέλουμε νὰ τὸ πάρουμε, ὅμως δίνει θεραπεία.
Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ κύρια καὶ ἡ μεγάλη πηγὴ τῶν θλίψεων. Ἡ ἁμαρτία τυραννᾶ, παρασύρει, δεσμεύει, φυλακίζει, ἐξαθλιώνει. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ κρίνει ὅσους ἁμάρτησαν, ἀλλὰ ὅσους δὲν μετανόησαν. Ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ προσευχή, ἡ ὑπομονὴ ἐλαφρύνει τὸ βάρος τῶν θλίψεων. Μὴ λοιπὸν ἀφήσουμε ἐξαιτίας μᾶς νὰ μεγαλώσουν οἱ θλίψεις. Μὴν ἐπιτρέψουμε θλίψη ἐπὶ τῶν θλίψεων. Ἂς τὶς δοῦμε καὶ μὲ αὐτὸ τὸ ἄλλο μάτι ποὺ ἀναφέρουμε. Μήν, παρακαλῶ, ὁδηγηθεῖ ποτὲ κανεὶς στὴν ἀπελπισία. Μετὰ τὴ συννεφιὰ συνήθως ἡ λιακάδα εἶναι πιὸ γλυκιά.
μακεδονία

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης: ο κανόνας του πνευματικού δεν λύνεται από κανέναν!




 Ο γέροντας 'Ιάκωβος Τσαλίκης (1991) εξομολόγησε κάποτε μία γερόντισσα και της έβαλε κανόνα νά μην κοινωνήσει για τρία χρόνια.                                                                                                         Γιατί δεν κοινωνάς; τη ρώτησε μία μέρα ο ιερέας της ενορίας της. Μου έβαλε κανόνα ο π. 'Ιάκωβος, απάντησε.
Εκείνη, και του είπε την αιτία. Όχι γιαγιά, μη στενοχωριέσαι. Αυτός είναι αγράμματος καλόγερος.
Εγώ είμαι μορφωμένος και σόι λύνω τον κανόνα. Νά έρθεις την Κυριακή νά σε κοινωνήσω.
Καθώς όμως πλησίασε ή γιαγιά νά μεταλάβει, ένιωσε στο στόμα της την άγία λαβίδα άδεια και κρύα, δεν κατάλαβε τη γεύση της-θείας Κοινωνίας.
Το θαυμαστό γεγονός επαναλήφθηκε άλλες δύο Κυριακές, όπότε ή γυναίκα ανησύχησε και ξαναπήγε στο γέροντα 'Ιάκωβο.
Παιδί μου, της είπε εκείνος, ο κανόνας δεν λύνεται. Πρέπει νά κάνεις τον κανόνα πού σου έβαλα.
Το 1987, ο π. Ιάκωβος εξομολόγησε μία κοπέλα, αλλά της απαγόρευσε νά κοινωνήσει.
Εκείνη τότε επισκέφθηκε κάποιον επίσκοπο, πού της επέτρεψε τη θεία μετάληψη.
Όταν όμως πλησίασε νά κοινωνήσει, ή άγία λαβίδα μπήκε άδεια στο στόμα της.
Αυτό ο παράδοξο και θαυμαστό επαναλήφθηκε κι άλλη φορά, όπότε ή κοπέλα τρόμαξε, μετανόησε και πήγαινα εξομολογηθεί πάλι στον π. 'Ιάκωβο.
Όταν κοινωνώ τούς ανθρώπους, διηγιόταν χαρακτηριστικά άλλοτε ο μακαριστός γέροντας Ιάκωβος, ποτέ δεν κοιτάζω τα πρόσωπά τους.
Μερικές φορές όμως μου λέει ο λογισμός νά τα κοιτάξω.
Τότε βλέπω μερικά πρόσωπα νά έχουν μορφή σκύλου, πιθήκου ή άλλων ζώων.
Είναι φοβερή ή μορφή τους. Βλέπω όμως και μερικά ήρεμα και ιλαρά πού μετά τη θεία μετάληψη λάμπουν σαν τον ήλιο.
Μία φορά του είπε κάποιος συλλειτουργός του:Μ' έκαψε ή θεία Κοινωνία!...
Εγώ, απάντησε ο γέροντας, δεν αισθάνθηκα νά με καίει.
Αντίθετα, ζούσε τόσο έντονα τη μέθεξη του δεσποτικού Σώματος, ώστε ανακαινιζόταν ψυχικά και σωματικά.
Σήμερα πού κοινώνησες, είπε σ' ένα πνευματικό του παιδί, βλέπεις πώς αισθάνεσαι; Εγώ αισθάνομαι έτσι πάντοτε. Ό Χριστός βρίσκεται μέσα μου πάντα.

                                                    ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
                                                            Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου Αττικής

«Γενηθήτω ἐν ἐμοί τό θέλημά Σου, διά νά χαθῇ τοῦ διαβόλου τό θέλημα


«Γενηθήτω ἐν ἐμοί τό θέλημά Σου, διά νά χαθῇ τοῦ διαβόλου τό θέλημα. Γιατί, ὅπως στά σκοτεινά σπήλαια, ὅταν εἰσαχθῇ φῶς, ἐξαφανίζεται τό σκοτάδι, ἔτσι καί ὅταν ἐντός μου γίνη τό θέλημά Σου, κάθε πονηρή καί ἄτοπη διάθεσις ἐξαλείφεται, ἀφοῦ θέλημά Σου, εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων»
Αγ.Ιωάννης Χρυσόστομος

ΠΩΣ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΩ ΤΟ ΨΩΜΙ; (ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ)

1Τούτες τις μέρες που την πατρίδα μας τη δέρνει η φτώχεια και η πείνα, η Χρυσούλα, μεγάλη ώριμη γυναίκα με δική της τώρα οικογένεια, φέρνει στο νου της τη συγχωρεμένη τη γιαγιά της. Χρυσούλα την έλεγαν κι εκείνη, με παππού ιερέα ευλαβικότον ονομαστό παπα-Γιώργη τον Διακουμάτο στην περιοχή της Οιτύλου στη Λακωνία. 

Απ' το στόμα του παπα-Γιώργη έβγαινε πάντα χρυσάφι ο θείος λόγος του Ευαγγελίου. Αυτόν έσπερνε παντού και γλύκαινε τους πονεμένους. Στη μικρή του τη Χρυσούλα έκανε μαθήματα μέσα από την Αγία Γραφή, το Οκτωήχι και το Ψαλτήρι. Τι στιγμές ήταν εκείνες! Σμίλευε ο ακούραστος λευΐτης με τη σμίλη του Πνεύματος την άκακη και αθώα ψυχή της εγγονούλας του, την μάθαινε να αγαπά τον Θεό, να συγχωρεί τους ανθρώπους, να σκορπίζει καλοσύνες σε εχθρούς και φίλους. Ποτέ δεν ξεχνούσε -η μακαρίτισσα τώρα- γιαγιά τη μεγάλη μορφή του ιερέα παππού της που για το χωριό δεν ήταν μόνο παπάς αλλά και δάσκαλος και συμφιλιωτής και παρηγορητής, άγγελος ήταν για όλο το χωριό τους ο παπα-Γιώργης.
Μεγάλωσε κάποτε η μικρή Χρυσούλα. Έκανε τη δική της οικογένεια, και έμενε στο Ελαιοχώρι. Τέσσερα κορίτσια και ένα αγόρι της είχε χαρίσει ο Πανάγαθος. Μικρά ήταν όλα τότε. Πού να τ' αφήσει; Τα χωράφια τους είχαν απαιτήσεις. Ήθελαν χέρια δυνατά και σκληρά να τα δουλεύουν. Και κείνα άμειβαν. Και δίναν πλούσιο τον καρπό τους για να τρέφουν τη φτωχή οικογένειά τους.
Η Χρυσούλα ήταν πρώτη στο νοικοκυριό. Δεν υστερούσε όμως και στα αγροτικά. Ποτέ δεν ήθελε ν' αφήνει τον άνδρα της μόνο του. Έτρεχε και αυτή από κοντά του. Πρωί-πρωί, πριν ακόμη καλά-καλά φέξει ο ήλιος, ξεκινούσε με τη δροσιά. Από κοντά και τα παιδιά τους, μικρούλια τότε. Τ' άφηνε ξένοιαστα να παίζουν με τα χώματα ή να κυνηγάνε πεταλούδες ή άλλοτε να παίζουν κρυφτό στα χαλάσματα του φράχτη του κτήματος.
Και κατά το μεσημεράκι όταν έφθανε η ώρα του φαγητού, μάζευε γύρω τα μικρά της. Έκαναν όλοι μαζί το σταυρό τους κι έλεγαν το «Πάτερ ημών». Σε κάποιο γεύμα έβγαλε από το ταγάρι της το καλοζυμωμένο καρβέλι και κοίταξε τα παιδιά της στα μάτια. Πάντα είχε ένα μικρό λόγο σοφό να τους πει την ώρα εκείνη. Αυτή τη φορά όμως τους είπε κάτι άλλο: «Αυτό το καρβέλι είναι δικό σας! Πώς θέλετε, παιδιά μου, να σας το μοιράσω το ψωμί, σαν Θεός ή σαν άνθρωπος;».
Και κείνα μ' ένα στόμα είπαν: «Μαμά, σαν Θεός!». Γιατί ήξεραν, το 'χαν μάθει καλά το μάθημα, ότι ο Θεός είναι Πατέρας καλοκάγαθος που όλα τα μοιράζει δίκαια. Και ήθελαν να απολαύσουν τη δίκαιη μοιρασιά του Θεού. Πήρε λοιπόν το καρβέλι η μάννα, το σταύρωσε, το ασπάστηκε με ευλάβεια (έτσι έκανε πάντα) και άρχισε μετά να κόβει με το χέρι της και να δίνει στο καθένα το μερίδιό του. Τα μικρά πεινασμένα άρπαξαν με λαχτάρα το ψωμάκι και έβαλαν την πρώτη μπουκιά κιόλας στο στόμα. Όμως η μάννα φρόντισε ν' αφήσει εκείνη την ημέρα περίσσευμα το μισό καρβέλι.
Τα μικρά τρώγοντας λοξοκοιτούσαν το ένα το άλλο αν κρατούσαν όλα την ίδια μερίδα. Είδαν μετά τη μητέρα τους που καλοδίπλωσε πίσω τους το υπόλοιπο μισό καρβέλι και το 'βαλε βιαστικά πάλι μέσα στο ταγάρι. Και εκείνα απορημένα ρώτησαν: «Μαμά, γιατί μας στέρησες τη δίκαιη μοιρασιά; Εμείς σου είπαμε να μας μοιράσεις το ψωμί σαν Θεός, όχι σαν άνθρωπος».
Κι εκείνη με σοβαρότητα απάντησε: «Καλά μου παιδιά, σαν Θεός σας το μοίρασα. Ο Θεός φροντίζει για όλα τα παιδιά του κόσμου, και για κείνα που δεν έχουν να φάνε. Το υπόλοιπο καρβέλι ο Θεός θέλει να το πάμε στα φτωχά παιδάκια».
Έκπληκτα άκουσαν τα μικρά το μεγάλο μάθημα για την αγάπη. Και έτρεξαν αμέσως με χαρά να βοηθήσουν στις φτωχογειτονιές του χωριού όσα παιδάκια δεν είχαν να φάνε. Κι αυτό δεν το 'καναν μόνο μία φορά...
Πέρασαν από τότε πολλά χρόνια. Δεν ζουν κείνες οι αγιασμένες μορφές που έζησαν στη φτώχεια αλλά ήταν τόσο πλούσιες.
Έφυγαν! Έφυγαν και μας άφησαν κληρονομιά βαριά, ατίμητη σε αξία, παράδειγμα ψυχής αρχοντικής, που ξέρει να αγαπά και να σκορπίζει όπως ο Θεός δώρα και καλοσύνες με δικαιοσύνη σε όλο τον κόσμο.
Τούτες τις μέρες πού την πατρίδα μας τη δέρνει η φτώχεια και η πείνα, η Χρυσούλα, η ώριμη γυναίκα, τα θυμήθηκε όλα. Και τα λέει στις φίλες της όλα όσα ζούσαν και έκαναν τότε οι παλιοί, οι φτωχοί οι δικοί μας πρόγονοι και... η δική της γιαγιά.
Σήμερα τα θυμήθηκε όλα ξανά καθώς είδε κάτω από την πόρτα του σπιτιού της προσκλητήριο αγάπης, τυπωμένο χαρτί από τον εφημέριο της ενορίας της, που έλεγε:
«Σήμερα κανένας να μη μείνει πεινασμένος στην ενορία μας. Βοήθησε και συ όσο μπορείς».
Βούρκωσε!... Είναι και αυτή πνιγμένη στα χρέη, όμως το ψωμί στο φτωχό θα το δίνει και αυτή. Ζυμωμένο από τα δικά της τα χέρια. Κάθε μέρα θα το πηγαίνει στον καλό τους ιερέα πού γνωρίζει καλά τα ανήμπορα σπίτια!...

Περιοδικό «ο Σωτήρ»,

«ΕΙΔΕ ΚΑΙ ΑΓΓΙΞΕ ΤΟ ΠΑΝΑΓΙΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ»

15Άλλη μία συγκλονιστική εμφάνιση του Κυρίου μας, στον Μακαριστό Γέροντα  Ιάκωβο Τσαλίκη.

Διαβάστε παρακάτω, πώς ο Γέροντας Ιάκωβος βίωσε αυτό το Θαύμα:

Το μεγαλύτερο και θαυμασιώτερο Θαύμα, που θα του πρόσφερε ο Θεός, έγινε το πρωί της 22ας Νοεμβρίου του 1975. Συγκλονίστηκε τόσο πολύ από το Θαύμα αυτό, ώστε αμέσως μετά το κατέγραψε σε ένα σημείωμα, το οποίο βρήκαμε μετά τη κοίμησή του σ’ ένα τετράδιό του.

Το σημείωμα αρχίζει με την παραπάνω ημερομηνία και περιλαμβάνει ακριβώς τα εξής:

«Την 22αν Νοεμβρίου, ημέρα Σάββατο, το πρωί, εις την Αγίαν Προσκομιδήν, μετά την μνημόνευση και εν ώρα που θα καλύψω τα Άγια Δώρα, είδα ζωντανά – και εν αγιότητι ομολογώ – ένα κομμάτι Αίμα στεγνό, που το άγγιξα και στο δάχτυλό μου. Πάνω στο δάχτυλό μου έμεινε το Αίμα!  Φωνάζω τον αδελφό της Ιεράς Μονής, τον Μοναχό Πατέρα Σεραφείμ, του είπα την υπόθεση και μου είπε: «Εμείς, Πάτερ δεν βλέπουμε τίποτα, αλλά είδες τί είναι;» Κι εγώ απάντησα ότι πιστεύω και Προσκυνώ ότι είναι ο Ίδιος ο Θεός παρών. Είπα τρείς φορές «Κύριε Ελέησον. Κύριε Ελέησον. Κύριε Ελέησον.»

Αρχιμανδρίτης Ιάκωβος

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

Ιερά Αγρυπνία


Θεία Λειτουργία για τους καρκινοπαθείς αδελφούς μας

Ιερά  Αγρυπνία θα  πραγματοποιηθεί  προς τιμήν του Αγίου Παρθενίου, Επισκόπου Λαμψάκου, προστάτου των καρκινοπαθών, και  του  Αγίου  Λουκά  του  εν  Στειρίω στον Ιερό  Ναό  Κοιμήσεως  Θεοτόκου  Οινόης  Καστοριάς  την  Τετάρτη  6/2/13 και  ώρα  9:00 μ.μ.

Μια καινουριά στέγη για τα Κατηχητικά και τον κύκλο Αγίας γραφής στην Οινόη Καστοριάς

Εγκαινιάστηκε  η  καινούρια  αίθουσα  πολλαπλών  χρήσεων   του  Ιερού  Ναού  Αγίων  Νεομαρτύρων  Οινόης, όπου  και  πραγματοποιήθηκε  ο  κύκλος  της  αγίας  γραφής.  



ΤΟ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙ ΚΑΙ Η ΘΥΕΛΛΑ

15Υπήρχε ένα σπουργιτάκι που, όταν άκουγε τη βροντή της θύελλας, ξάπλωνε στη γη και σήκωνε τα μικροσκοπικά πόδια του προς τον ουρανό.

- Γιατί το κάνεις αυτό; το ρώτησε μια αλεπού.

Για να προστατέψω τη γη, που έχει τόσα ζωντανά πλάσματα! απάντησε το σπουργιτάκι. Σηκώνω τα πόδια μου για να συγκρατήσω τον ουρανό, σε περίπτωση που φανούμε άτυχοι και ο ουρανός πέσει πάνω μας.

- Τα καχεκτικά ποδαράκια σου να συγκρατήσουν τον απέραντο ουρανό; με απορία και ειρωνεία ρώτησε η αλεπού.

- Ο καθένας εδώ κάτω στη γη έχει το δικό του κομμάτι ουρανού να συγκρατήσει, απάντησε το σπουργίτι. 

Гέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής: "Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησον με"



Προσπάθησε πάντα ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ ἐπενδύη ὅλα τὰ ἔργα σου, κάθε πνοὴ καὶ κάθε νόημα. Ὢ τότε πόσο θὰ εὐφραίνεται ἡ καρδία σου! Πόσο θὰ χαίρεσαι, διότι θὰ ἀνεβαίνη ὁ νοῦς εἰς τὰ οὐράνια. Διὰ τοῦτο μὴν ἀμελῆς νὰ λέγης: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Ὅταν ψάλης θὰ κατανοῆς τὰ ψαλλόμενα· θὰ ἔχης ὄρεξιν καὶ φωνὴν ἱκανὴν καὶ ταπείνωση διὰ νὰ ἀποδίδης καθὼς ἁρμόζει τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Διὰ τοῦτο μὴν ἀδικῆς ἄλλο τὴν ψυχήν σου, ἀλλὰ καὶ ψάλλων λέγε ἐνδόμυχα τὴν εὐχήν·Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Ὅταν ἐργάζεσαι ἂς μὴν ἀπορροφᾶται ὅλη σου ἡ δύναμις εἰς τὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ νὰ λέγης -ψιθυριστὰ καὶ τὴν εὐχὴν. Τότε καὶ τὰ ἔργα σου θὰ εἶναι ὀρθά, χωρὶς λάθη, καθαρὰ ἀπὸ λογισμοὺς καὶ ἡ ἀπόδοσις τῆς ἐργασίας σου θὰ εἶναι μεγαλυτέρα. Λέγε λοιπὸν τὴν εὐχὴν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, διὰ νὰ εὐλογοῦνται τὰ ἔργα σου· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον σκεπάζει τὴν ψυχὴν ποὺ εὔχεται. Εἰσέρχεται μέχρι τὰ βάθη τῆς ψυχῆς, ἐλέγχει ὅλον τὸν ἐσωτερικὸν κόσμον τῆς ψυχῆς καὶ τὸν κατευθύνει πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τὸ Ἅγιον. Τότε μόνον ἡ ψυχὴ ἔχει τὴν δύναμι, νὰ εἴπη μαζὺ μὲ τὸν Προφήτην. «Εὐλόγει ἡ ψυχὴ μου τὸν Κύριον καὶ πάντα τὰ ἐντός μου, τὸ ὄνομα τὸ Ἅγιον αὐτοῦ» (Ψαλ. 102, 1). Λέγε λοιπὸν τὴν εὐχὴν διὰ νὰ ἔχης τὴν σκέπην τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὅταν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καλύπτει τὴν ψυχήν σου, αἰσθάνεσαι μιὰ πληρότητα καὶ μιὰ ταπείνωσιν. Δὲν ἐπηρεάζεσαι ἀπὸ τὴν ἀδικία, τὴν εἰρωνεία ἢ τὸν ἔπαινον. Ζῆς σὲ μιὰ ἀτμόσφαιρα πνευματικὴ ποὺ δὲν εἰσέρχεται εὔκολα ὁ ἰὸς τῆς ἁμαρτίας. Ὁ πνευματικὸς ἀνακρίνει τὰ πάντα, αὐτὸς δὲ ὑπ᾿ οὐδενὸς ἀνακρίνεται. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον σοῦ δίδει ἄλλα μάτια καὶ ἄλλην κρίσιν. Λέγε συνεχῶς τὴν εὐχὴν, διὰ νὰ ζῆς ἄνετα μέσα σὲ κάθε περιβάλλον· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Ὡς ἄνθος ἀμάραντον καὶ δένδρον εὐσκιόφυλλον πεφυτευμένον παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γίνεται ἡ ψυχή σου ὅταν λέγης·Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Λέγε τὴν εὐχὴν καὶ ἄφησε τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ εἰσέλθη εἰς τὰ βάθη τῆς ψυχῆς σου. Гίνε τότε ἄγρυπνος θυρωρὸς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς σου καὶ θεατὴς τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ λέγε μετ᾿ εὐφροσύνης·Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι ἡ εὐλογία ὅλου τοῦ κόσμου. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι τὸ φῶς καὶ ἡ ζωὴ τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἀνυμνεῖ καὶ δοξολογεῖ ἀπὸ τὰ βάθη αὐτῆς τὸ Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἀμήν.

ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΟΥ ΑΓ.ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΗ (VIDEO)

15

Το σπήλαιο του Αγίου Αθανασίου βρίσκεται στην περιοχη Βίγλα κοντά στην Ρουμάνικη σκήτη Τιμίου Προδρόμου στο Άγιο Όρος.



Δείτε το βίντεο...

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΤΟ… ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ

15Ήταν ένα απλό ζεστό καλοκαιρινό πρωινό. Ο ήλιος λαμπρός, «έστεκε» κιόλας ψηλά, ρίχνοντας τις ακτίνες του και ζεσταίνοντας τα σπίτια, τις αυλές, την πλάση. Τα ωδικά πουλιά κελαηδούσαν όλο χάρη κι έμοιαζε σαν να δοξολογούσαν το Θεό για το ηλιόλουστο εκείνο πρωινό.

Οι άνθρωποι, βιαστικοί, είχαν ξεχυθεί στους φαρδείς δρόμους της πόλης, για να πάνε στις δουλειές τους, ενώ το δροσερό αεράκι, σαν μια απαλή αύρα, δρόσιζε τα πρόσωπα και ανακούφιζε το σώμα από τη ζέστη. Όλα στη μεγάλη πόλη ήταν απλά, οικεία, καθημερινά. Όλα έμοιαζαν να είναι ίδια, όπως και την προηγούμενη μέρα.
Εκείνο το πρωινό υποσχόταν πως θα ήταν μια υπέροχη ημέρα. Τίποτα δεν προϊδέαζε για το τι θα γινόταν. Κανένα σημάδι δεν υπήρχε που να φανέρωνε πως η ημέρα δε θα κυλούσε μέσα στη σφαίρα της απλής τυπικής καθημερινότητας των ανθρώπων.

Για το σπίτι της κυρίας Βαρβάρας η ημέρα εκείνη ήταν ιδιαίτερη. Έμελλε να γινόταν ξεχωριστή... Η κυρία Βαρβάρα, μητέρα τριών κοριτσιών, ήταν ιδιαίτερα χαρούμενη. Σε ένα μήνα ακριβώς θα πάντρευε τη μια της κόρη. Το κλίμα που επικρατούσε στο σπίτι ήταν γιορτινό.

Η μητέρα με τις δυο της κόρες συζητούσαν για τις χαρές του γάμου. Οι κοπέλες είχαν αποφασίσει να πάνε το επόμενο πρωινό να αγοράσουν τα κατάλληλα ενδύματα για τη μεγάλη μέρα. Γέλια και χαρούμενες φωνές ηχούσαν στο σπίτι... Η δεύτερη κόρη, η Ελπίδα, θα πήγαινε στο Πανεπιστήμιο και το μεσημέρι θα γύριζε στο σπίτι, για να οργανώσουν το πρόγραμμα των αγορών...

Ενώ όλα κυλούσαν αρμονικά, γύρω στο μεσημέρι, ο καιρός άρχισε να αλλάζει όψη. Πυκνά σύννεφα έκρυψαν το πρόσωπο του λαμπρού ήλιου. Οι ζεστές ακτίνες του έπαψαν να αγγίζουν τη γη. Ο ουρανός άρχισε με ταχύτατους ρυθμούς να σκοτεινιάζει, ενώ δυνατός αέρας άρχισε να φυσάει με μανία. Μέσα σε λίγα λεπτά τίποτα δε θύμιζε το καλοκαιρινό πρωινό. Η ημέρα έμοιαζε να είναι χειμωνιάτικη. Δεν άργησαν να ακουστούν οι πρώτες ιαχές της βροντής, ενώ ο σκοτεινιασμένος ουρανός φωτιζόταν σποραδικά από κεραυνούς, που άφηναν στο πέρασμά τους τρομερό ήχο και έμοιαζε σαν να σχίζουν τον ουρανό.

Πολύ γρήγορα έπεσαν και οι πρώτες χοντρές στάλες βροχής, που ολοένα και αυξάνονταν σε αριθμό και ταχύτητα. Δεν μπορούσες πια να διακρίνεις τίποτα. «Θεέ μου, τι είναι αυτό που γίνεται» πρόφεραν κάποια χείλη, ενώ ο αέρας, φθάνοντας τα 11 μποφόρ, ούρλιαζε και ξεσπούσε με ορμή, σαν να ήθελε να γκρεμίσει τα πάντα στο πέρασμά του... Οι περαστικοί άρχισαν να τρέχουν να προλάβουν να πάνε σπίτια τους, στις οικογένειές τους, να νιώσουν ασφαλείς...

«Μητέρα, να κλείσω το παράθυρο;», ακούστηκε η λεπτή φωνή της μικρότερης κόρης της κυρίας Βαρβάρας, που μπρος σ’ αυτόν το χαλασμό, φοβήθηκε. Η απόκριση της μάνας καθησυχαστική, απλή, αλλά και μεγαλειώδης μαζί: «Παιδί μου», της είπε με απόλυτη πίστη και ηρεμία, «ο Θεός δεν πειράζει κανέναν, δεν κάνει κακό σε κανένα».

Ύστερα γύρισε τα μάτια της προς τον ουρανό και έστειλε στον Ύψιστο σύντομα λόγια προσευχής και ικεσίας, λόγια σωτήρια: « Θεέ μου, φύλαξε όλου του κόσμου τα παιδιά και τα δικά μου» και έκλεισε τη σύντομη, μα θερμή προσευχή της με το σημείο του σταυρού. Εκείνη την ώρα η κυρία Βαρβάρα οπλίστηκε έναντι της τρομερής καταιγίδας, με δύο πανίσχυρα όπλα, την προσευχή και τον τίμιο σταυρό...

Η ώρα περνούσε και η Ελπίδα δεν είχε γυρίσει ακόμα. Μα να, τη σιωπή του δωματίου έσπασε το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Η μάνα σηκώνει το τηλέφωνο, μα σε λίγο φαίνεται να τρέμουν τα χέρια της, το πρόσωπό της αλλάζει όψη. Τα χείλη προφέρουν μια φράση πονεμένη: «Πού την έχουν;». Το τηλέφωνο κλείνει και η κυρία Βαρβάρα βιάζεται να φύγει. Το δύσκολο καθήκον της μάνας την καλεί, μπαίνει πάνω και μπροστά από όλα τα συναισθήματα...

Στο τηλέφωνο ήταν ένας αξιωματικός της αστυνομίας, που της ανακοίνωσε το τρομερό συμβάν: Η κόρη της, Ελπίδα, μόλις 25 ετών, βρισκόταν σοβαρά τραυματισμένη στο νοσοκομείο. Καθώς γύριζε στο σπίτι της, περνώντας κάτω από μια τετραώροφη πολυκατοικία, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, βρέθηκε να είναι καταπλακωμένη από τσίγκους, που έπεσαν από τον τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας, από 20 μέτρα ύψος.

Ο δυνατός αέρας σήκωσε την τσίγκινη σκεπή και την έριξε με απίστευτη δύναμη και ορμή πάνω στην κοπέλα. Όσοι είδαν το συμβάν πάγωσαν. «Θεέ μου, το κορίτσι!!», ψέλλισαν τα χείλη και ζητούσαν να γίνει το θαύμα, να γίνει πραγματικότητα το ανθρωπίνως αδύνατο, να ζει η κοπέλα. Όμως, γίνεται να επιζήσει άνθρωπος μετά από τέτοιο χτύπημα;

Το ασθενοφόρο ήρθε πολύ γρήγορα και μετέφεραν το σοβαρά τραυματισμένο κορίτσι στο νοσοκομείο. Όταν η μάνα έφτασε εκεί, την είχαν στο χειρουργείο. Συγγενείς, φίλοι μα και άγνωστοι, που είχαν δει το συμβάν, έσπευσαν να δώσουν κουράγιο στην τραγική μητέρα, να πουν ένα λόγο παρηγοριάς, να ενισχύσουν τις ελπίδες και την πίστη της.

Επιτέλους, το χειρουργείο τελείωσε. Ο γιατρός πλησίασε τη μητέρα και της είπε: «Κυρία μου, η κόρη σας ήταν πολύ τυχερή, διότι μεταφέρθηκε γρήγορα στο νοσοκομείο και χειρουργήθηκε αμέσως, αφού εκείνη την ώρα το χειρουργείο ήταν ελεύθερο. Μην ανησυχείτε!». Λέγοντας αυτά ο γιατρός, απομακρύνθηκε, ενώ η μάνα έστεκε ακόμα εκεί. Σίγουρα η ψυχή της εκείνη την ώρα θα δόξαζε τον Θεό.

Ο γιατρός και το προσωπικό της είχαν μιλήσει για «τύχη». Όμως εκείνη σίγουρα γνώριζε πως αυτό που αυτοί αποκαλούσαν «τύχη», ήταν η Θεία Πρόνοια. Η προσευχή και ο σταυρός που έκανε, προστάτευσε το παιδί της κι έτσι έγινε το θαύμα, που τα χείλη παρακαλούσαν, αλλά το ανθρώπινο μυαλό απέκλειε

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς:Ο Κύριος αναζητά κτίστες, όχι καταστροφείς!



Σ’ αυτά τα λόγια συμπυκνώνονται όλες οι προσπάθειες που πρέπει να καταβάλλουμε εδώ στη γη, στη χοϊκή γη και με το χοϊκό, φυσικό σώμα μας. Τί νόημα πρέπει να έχει ο μόχθος μας, που ν’ αποσκοπεί; Στην απόκτηση δύο συνηθειών: πρώτον, ν’ αποφεύγουμε το κακό και δεύτερον, να κάνουμε το καλό. Σχετικά με το τί είναι καλό και τί κακό μας πληροφορεί μεν η συνείδησή μας, εν μέρει όμως και όχι ξεκάθαρα, διότι είναι σκοτισμένη από την αμαρτία· απεναντίας η διδασκαλία του Χριστού μας μιλάει πλήρως και ολοκάθαρα γι’ αυτό που είναι καλό και αυτό που είναι κακό. Αδελφοί, τί ζητά από εμάς ο Χριστός μας;

Μας ζητά, όπως το ιερό των εκκλησιών μας στρέφεται πάντοτε προς την ανατολή, έτσι και οι ψυχές μας να στρέφονται πάντοτε προς το καλό. Να αφήνουμε πίσω μας το κακό ν’ αφήνουμε το κακό πίσω στις σκιές ν’ αφήνουμε το κακό στην άβυσσο της λήθης ν’ αφήνουμε το κακό στο σκοτάδι του παρελθόντος· να επεκτείνουμε τον εαυτό μας προς το καλό· να σκεπτόμαστε το καλό, να λαχταράμε το καλό, να μιλούμε για το καλό, να πράττουμε το καλό. Ο Κύριος αναζητά κτίστες, όχι καταστροφείς. Εκείνος ο οποίος κτίζει το καλό, ταυτοχρόνως με την ίδια πράξη καταστρέφει το κακό. Αλλά όποιος πάει να καταστρέψει το κακό, σύντομα λησμονά πως να οικοδομεί το καλό και μεταμορφώνεται σε κακοποιό.
Ο απόστολος του Χριστού μας διδάσκει: Μισείτε το κακό και προσκολλάστε  στο καλό (Ρωμ. 12:9). Μισείτε το κακό, αλλά μη μισείτε τον άνθρωπο ο οποίος διαπράττει το κακό, διότι αυτός είναι ασθενής. Αν μπορείτε ας θεραπεύσετε τον άρρωστο άνθρωπο, άλλα μη τον σκοτώσετε με το μίσος σας. Προσκολληθείτε στο καλό και μόνο σ’ αυτό, διότι το καλό πηγάζει από το Θεό και Αυτός είναι η Κιβωτός κάθε καλού.
Ω, Αγαθέ και Πολυεύσπλαχνε Κύριε, δίδαξε μας ν’ αποφεύγουμε το κακό και να πράττουμε το αγαθό για  χάρη της δίκης Σου δόξας και της δικής μας σωτηρίας.
Γιατί σου ανήκει κάθε  δόξα, τιμή και προσκύνηση στους αιώνες. Αμήν.
 

Περί πλεονεξίας και εικόνας του πλεονέκτη. ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ.


Ή πλεονεξία είναι πάθος αχόρταγης ψυχής.


Ό πλεονέκτης συγκεντρώνει ασήμι και μαζεύει χρυσάφι, κτίζει σπίτια και πλησιάζει οικία την οικία και αγρό τον αγρό, με σκοπό να αφαιρέσει κάτι από τον ιδιοκτήτη έως ότου δεν τού αφήσει τίποτα. Ό πλεονέκτης, όσο περισσότερο αυξάνει την περιουσία του, τόσο περισσότερο γίνεται άπληστος. Ό πλεονέκτης αισθάνεται δίψα για χρυσάφι και πείνα για περιουσία γι' αυτόν το λόγο δεν μπορεί να απαλλαγεί ούτε από τη φτώχεια ούτε από τη στέρηση. Με ποτό μεν έχουν σβήσει την όρεξη τού πότη και την επιθυμία της τροφής τη χόρτασαν με τροφή. Την πλεονεξία όμως δεν την έσβησαν ούτε με ασήμι ούτε με χρυσάφι.

Στον πλεονέκτη ταιριάζει αυτό πού έχουν πει για τον αλαζόνα γιατρό: «Το φάρμακο σου κάνει την αρρώστια να χειροτερεύει».
Ή πλεονεξία είναι άπιστη μανία πού ενθουσιάζει την αχόρταγη  ψυχή    σκοπό να αυξήσει την περιουσία πού ήδη κατέχει. Τόσο πολύ ανάβει στην ψυχή δυνατή επιθυμία γι' αυτά πού δεν έχει, ώστε να αμελεί αυτά πού έχει κατακτήσει. Γι' αυτό ό πλεονέκτης δεν μπορεί να κρατήσει τίποτα άξιο αγάπης. Γιατί το αγαθό πού προηγουμένως το αγαπούσε και επιθυμούσε να το κάνει δικό του,
μόλις το αποκτήσει, χάνει στα μάτια του τον προηγούμενο χαρακτήρα και αποβαίνει ανάξιο της αγάπης του ώστε καταλήγει να παραμελείται. Ό πλεονέκτης δεν αγαπάει όσα έχει κατακτήσει ευχαριστιέται μόνο με την προσδοκία, την αναμονή τού κέρδους, του πλούτου, τού αγαθού. Αυτό όμως εκπνέει, από τη στιγμή πού το αποκτά.

Αντίθετα, ή αγάπη σ' αυτά πού έχουν αποκτηθεί, διώχνει μακριά την πλεονεξία και φέρνει την αυτάρκεια. Ή δεαυτάρκεια φέρνει τον χορτασμό, την πλησμονή και την
αμέλεια για νέες κατακτήσεις. Ενώ οι πλεονέκτες θησαυρίζουν και δεν γνωρίζουν τί και για ποιο σκοπό μαζεύουν.

Είναι ανένδοτοι στο να δώσουν ελεημοσύνη και οκνηροί στο να προσφέρουν, διότι αυτοί πού κερδίζουν από πλεονεξία, δεν θέλουν να ξοδεύουν τίποτα.

Ό Μέγας Βασίλειος λέει για τον πλεονέκτη: «Τον πλεονέκτη τίποτα δεν μπορεί να τον 
σταματήσει. Είναι χειρότερος και από τη φωτιά. Θέλει συνεχώς τα πάντα για τον εαυτό του. Δε νοιάζεται να απολαύσει αυτά πού να σπαταλάει τον εαυτό του με την επιθυμία να κατακτήσει  όλο και περισσότερα. Κατόπιν ξαγρυπνάει και είναι όλο  μέριμνες και φροντίδες. Όσο λοιπόν αυξάνει ο πλούτος, τόσο βαρύτερη γίνεται ή μέριμνα για τη ζωή του.


Περί κλοπής και αρπαγής και περί κλέφτη και άρπαγα
Κλοπή είναι το να αφαιρεί στα κρυφά κανείς κάτι από  κάποιον. Αρπαγή δε το να αφαιρεί κανείς κάτι με τη βία. Ό κλέφτης και ό άρπαγας είναι ανόητοι και άμυαλοι, γιατί  μίσησαν την έντιμη εργασία πού αποδίδει κέρδος με ευφροσύνη και αγάπησαν το να είναι αργόσχολοι αγάπησαν την αργία πού οδηγεί στην κλοπή, την αρπαγή και κάθε κακίας απ' την όποια πηγάζει κάθε πίκρα. Οι κλέφτες και οι άρπαγες μίσησαν την αληθινή χαρά, την ευδαιμονία και αγάπησαν την κακοδαιμονία, μίσησαν την ίδια την ψυχή τους. Αποφεύγουν το φως της μέρας, για να μην τούς αποκαλύψει και καταφεύγουν σε σκοτεινές σπηλιές, για να τους καλύψει το πέπλο του σκότους. Τρέμουν τη σκιά της εξουσίας και δεν μπορούν να βρουν ηρεμία. Περνούν δύσκολες νύχτες και το πάθος της ακολασίας απομακρύνει απ' αυτό κάθε ανάπαυση. Οι κλέφτες και οι άρπαγες κολάζονται εδώ αλλά και στην άλλη ζωή θα καταδικαστούν αυστηρά για τις αδικίες τους.

ΦΙΛΑΥΤΙΑ: Η ΜΗΤΕΡΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ!

15Του Αγίου Μάξιμου του Ομολογητού
Αυτός πού φοβάται την ασθένεια του σώματος, δεν φτάνει στο μέτρο των φυσικών του δυνατοτήτων ούτε μπορεί ν' αποκτήσει τις αρετές- αν όμως προσπέφτει κανείς στο Θεό σε κάθε κόπο του, ο Θεός έχει τη δύναμη να τον αναπαύσει.
Γιατί, αν ο Γεδεών δεν έσπαγε τις στάμνες, δεν θα μπορούσε να δει το φως των λαμπάδων (Κριτ. 7:20). Έτσι και ο άνθρωπος, αν δεν καταφρονήσει το σώμα, δεν θα μπορέσει να δει το φως της Θεότητας.

Πρόσεχε τον εαυτό σου από τη μητέρα των κακών, τη φιλαυτία, πού είναι ή παράλογη αγάπη του σώματος. Άπ' αυτή γεννιούνται, μοιάζοντας εύλογοι, οι πρώτοι και εμπαθείς και γενικότατοι λογισμοί, δηλαδή της γαστριμαργίας, της φιλαργυρίας και της κενοδοξίας, πού σχηματίζονται παίρνοντας αφορμή από την αναπόφευκτη τάχα ανάγκη του σώματος κι άπ' αυτούς πάλι γεννιέται όλος ο κατάλογος των κακών. Είναι ανάγκη λοιπόν να προσέχουμε και να την πολεμούμε με μεγάλη νίψη. Και όταν αφανιστεί ή φιλαυτία, αφανίζονται μαζί της όλα όσα γεννιούνται άπ' αυτή.

Το πάθος της φιλαυτίας στον μεν μοναχό υποβάλλει να λυπάται το σώμα του και να του χορηγεί τροφή πέρα άπ' όσο πρέπει συγκαταβατικά δήθεν, για να μπορεί να κυβερνηθεί , κι έτσι σιγά-σιγά παρασύρεται και πέφτει στο βάραθρο της φιληδονίας· στον κοσμικό, από το άλλο μέρος, υποβάλλει να φροντίζει πώς να ικανοποιεί τις επιθυμίες του. Τη φιλαυτία αντιμάχονται ή αγάπη και ή εγκράτεια.

Εκείνος πού έχει τη φιλαυτία, είναι φανερό ότι έχει όλα τα πάθη. Κανένας δεν μίσησε τη σάρκα του, λέει ο απόστολος (Εφ. 5:29), αλλά τη σκληραγωγεί και τη χρησιμοποιεί ως δούλη (Α' Κορ. 9:27), μην παρέχοντας της τίποτε άλλο παρά τροφές και ενδύματα (Α' Τιμ. 6:8), κι άπ' αυτά όσα της χρειάζονται για να ζει. Μ' αυτόν τον τρόπο την αγαπάει κανείς απαθώς και την τρέφει σαν υπηρέτρια των θείων και την περιποιείται δίνοντας της μόνο όσα θεραπεύουν τις ανάγκες της. Όποιον αγαπάει κανείς, αυτόν βέβαια και περιποιείται πρόθυμα.

Αν λοιπόν κανείς αγαπάει το Θεό, οπωσδήποτε κάνει πρόθυμα και εκείνα που του αρέσουν. Αν αγαπάει τη σάρκα, κάνει εκείνα πού την ευχαριστούν. Στο Θεό αρέσουν ή αγάπη, ή σωφροσύνη, ή θεωρία και ή προσευχή. Στη σάρκα (αρέσουν) ή γαστριμαργία, ή ακολασία και 'όσα αυξάνουν αυτά τα (δύο) πάθη. Γι' αυτό «οι εν σαρκί όντες Θεώ αρέσαι ου δύνανται» (Ρωμ. 8:8), «οι δε του Χρίστου την σάρκα εσταύρωσαν συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις» (Γαλ. 5:24).

Αν ο νους στραφεί προς το Θεό, έχει το σώμα δούλο του και δεν του παρέχει τίποτα παραπάνω άπ' ότι χρειάζεται για να ζήσει. "Αν όμως στραφεί προς τη σάρκα, υποδουλώνεται στα πάθη και φροντίζει πώς να ικανοποιεί πάντα τις (κακές) επιθυμίες του

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΕΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ

Όταν έμπαινε στο Ναό της Ιερουσαλήμ η Παναγία μας, κρατώντας στην αγκαλιά της βρέφος 40 ημερών τον Ιησού, μαζί με τις άλλες μητέρες που έρχονταν εκεί για να καθαριστούν μετά τον τοκετό και να παρουσιάσουν τα πρωτότοκά τους παιδιά, κανένας δεν μπορούσε να διακρίνει κάτι το ξεχωριστό σ’ αυτό το παιδί! Μόνο ένας, ο πρεσβύτης Συμεών, ειδοποιημένος από το Άγιο Πνεύμα, έτρεξε να υποδεχτεί Εκείνον που τόσα χρόνια περίμενε πρώτα να δει με τα σωματικά του μάτια κι έπειτα να πεθάνει… Η πολυπόθητη στιγμή είχε φτάσει! Πήρε στα χέρια του το βρέφος, τον Ιησού, και ζήτησε από το Θεό τώρα πια να πεθάνει, αφού είδαν τα μάτια του το σωτήρα όλου του κόσμου, το Χριστό!

Κι αυτή η συγκλονιστική στιγμή ζωντανεύει στο διάβα των αιώνων κάθε φορά που ένα αντρόγυνο φέρνει στο Ναό το νεογέννητο παιδί της, για να “σαραντίσει” όπως λέμε, για να διαβάσει, δηλαδή, ο ιερέας ειδικές ευχές στη μητέρα του παιδιού και να πιάσει στα χέρια του, όπως και τότε ο Πρεσβύτης Συμεών, το μικρό παιδί…
Στα χέρια του Ιερέα! Αλήθεια, έχετε ποτέ αναρωτηθεί πόσο μεγάλη σχέση έχει η ζωή μας με τα χέρια του ιερέα; Η πρώτη έξοδος του νεογέννητου παιδιού από το σπίτι του γίνεται την ημέρα του σαραντισμού. Το παιδί μας κάνει την πρώτη επίσκεψή του στο σπίτι του Ουράνιου Πατέρα Του! Εκεί θα το πρωτοπιάσει ο ιερέας στα χέρια του και θα το οδηγήσει στον πρώτο του εκκλησιασμό. Θα το βάλει μπροστά στις εικόνες του τέμπλου, μετά μέσα στο Ιερό Βήμα, αν είναι αγόρι. Θα εκφωνήσει τα λόγια του Συμεών “Νυν απολύεις με Δέσποτα” και θα το παραδώσει στη μητέρα του.
Αργότερα, πάλι θα φέρει η μητέρα το παιδί στο Ναό. Τώρα για τη βάφτισή του, τη δεύτερη γέννα του από την κολυμβήθρα, την κοιλιά της άλλης Μάνας, της Εκκλησίας! Πάλι θα πιάσει στα χέρια του το παιδί ο ιερέας, να το αλείψει με λάδι αρχικά, να το βαπτίσει στο νερό, να το ντύσει, να το κουρέψει, να το χρίσει, τέλος, με το άγιο Χρίσμα, δίνοντάς του τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, αναδεικνύοντάς το γνήσιο παιδί της Εκκλησίας.

Στη συνέχεια, όχι μόνο τρεις φορές, όπως πολύ λανθασμένα πιστεύουν και κάνουν μερικοί, αλλά πολλές φορές, πάλι έχοντας στο χέρι του τη λαβίδα θα του μεταδίδει τη θεϊκή τροφή… Το Σώμα και το Αίμα του Χριστού κι όχι το μελάκι ή το χρυσό δοντάκι, όπως πάλι εντελώς ανόητα λένε κάποιοι στα παιδιά, αλλά τον ίδιο το Χριστό, ολοζώντανο, θα βάζει με το τίμιο χέρι του ο ιερέας στο στόμα του παιδιού, για να συγχωρούνται οι αμαρτίες του και να ζει αιώνια! Γιατί τέτοια είναι αυτή η ζωή, η νέα ζωή που πήρε με το βάπτισμα, αιώνια! Χωρίς τέλος, χωρίς ημερομηνία λήξεως!
Κι όσο θα μεγαλώνει θα το μάθει ο νονός ή η νονά του, ότι όταν θα λερώσει με τις αμαρτίες, τις κακίες, τις ζήλειες, τα ψέματα, τις κλεψιές, της ψυχής το λευκό φόρεμα, που απέκτησε με τη Βάπτισή του, τότε πάλι θα τρέξει στον ιερέα!
Για να του ομολογήσει τα σφάλματά του, με ειλικρίνεια και μετάνοια πραγματική, για ν’απλώσει πάλι κι εκείνος μετά με το χέρι του το πετραχήλι πάνω του, να του διαβάσει τη συγχωρητική ευχή, να τον σκεπάσει ολόκληρο η Χάρη του Θεού!
Όταν έρθει η ευλογημένη ώρα του γάμου, πάλι ο ιερέας θα πιάσει τα χέρια των νέων πια κι ώριμων παιδιών μας, θα τα ευλογήσει εξ ονόματος του ίδιου του Χριστού, Εκείνου που φέρνει τον ένα στον άλλο κοντά και ενώνει τα διαιρεμένα και θα τα ενώσει σφιχτά, τόσο σφιχτά, ώστε κανένας να μην  μπορεί να μπει ανάμεσά τους, κανένας να μην μπορεί να χωρίσει αυτό το αντρόγυνο. Με τα χέρια του πάλι θα στεφανώσει το γαμπρό και τη νύφη, για τον αγώνα που έκαναν να φθάσουν αγνοί μέχρι το γάμο, θα τους δώσει αργότερα να πιουν κρασί από το κοινό ποτήρι, με τα χέρια του  ύστερα θα τους σύρει στο χορό του Ησαΐα, στο χορό της γαμήλιας χαράς! Και λίγο πριν τελειώσει το μυστήριο του γάμου, πάλι με τα χέρια του θ’αναλάβει τα στέφανά τους και θα χωρίσει τα χέρια τους, βάζοντας ανάμεσά τους το Ευαγγέλιο, δείχνοντάς τους ταυτογχρόνως, ότι μόνο αν ο Χριστός παραμένει ανάμεσά τους κι αγωνιστούν για να εφαρμόζουν όλες τις ημέρες της ζωής τους το λόγο Του, θ’ αξιωθούν να πάρουν και τα στεφάνια του Παραδείσου, τη μεγάλη κείνη ημέρα και την επιφανή!
Κι αν το παιδί μας δεν πάρει το δρόμο του γάμου κι αποφασίσει να αφιερωθεί “ψυχή τε και σώματι” στο Θεό, τότε πάλι στα χέρια του Ιερέα θα δώσει τρεις φορές το ψαλίδι για τον κείρει μοναχό! Τα χέρια του ιερέα θα τον ντύσουν τα μοναχικά ενδύματα! Κι αν προχωρήσει και στην ιεροσύνη, τα χέρια του Αρχιερέα τώρα θα του μεταδώσουν τη Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, που θεραπεύει τα ασθενή και τα ελλείποντα αναπληρώνει! Θα τον ντύσουν τα ιερατικά άμφια, θα του παραδώσουν στα δικά του χέρια την “καλήν παρακαταθήκην”, το Σώμα του Χριστού, που θα του ζητήσει ο ίδιος ο Χριστός την ημέρα της δευτέρας Παρουσίας Του!

Τέλος, όταν θα έρθει η ώρα να κλείσουμε κι εμείς τα μάτια μας εδώ στη γη και να τ’ανοίξουμε στην άλλη ζωή, στην ποθεινή μας πατρίδα, πάλι ο ιερέας θα πάρει με τα χέρια του το χώμα να ραντίσει το άψυχο πια σώμα μας, λέγοντας τα λόγια του ίδιου του Θεού “γη ει και εις γην απελεύση”, χώμα είσαι δηλαδή και πάλι στο χώμα γυρνάς, θα ρίξει πάνω μας το λάδι η το κρασί και θα βάλει στο στόμα μας έναν κέρινο μικρό σταυρό, για να βρεθεί στα χείλη μας η καλή απολογία όταν θα συναντήσουμε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό…
Πόσο μεγάλη στ’ αλήθεια σημασία δεν έχουν για τη ζωή μας, και την εδώ και την πέρα του τάφου, τα χέρια του Ιερέα! Γι’αυτό να τα φιλούμε ευλαβικά! Να τα ασπαζόμαστε αναλογιζόμενοι κάθε φορά τα πάρα πολλά που χρωστούμε σ’αυτά τα χέρια!

Και να προσευχόμαστε για τους ιερείς μας και για τους αρχιερείς μας αδελφοί! Όπως κι εκείνοι υψώνουν νύχτα και ημέρα τα χέρια τους στις δικές τους προσευχές και μεταφέρουν τις προσευχές μας στο Θεό, τα αιτήματά μας, τα βάσανά μας, τα προβλήματά μας, το καθετί που μας απασχολεί, έτσι κι εμείς να μην ξεχνάμε να ζητάμε γι’αυτούς το φωτισμό, τη δύναμη, τη χάρη, την προστασία του Θεού… Γιατί μεγάλο έργο και βαρύ αναλογεί στον καθένα τους!
Κι ακόμη, να προσευχόμαστε ν’ αναδεικνύει κι άλλους εργάτες στον αμπελώνα Του ο Κύριός μας, γιατί ο θερισμός είναι πολύς και οι εργάτες ολίγοι! Γιατί οι χώρες είναι έτοιμες για θερισμό, γιατί διψάνε οι ψυχές των ανθρώπων για Χριστό, γιατί κι άλλα πρόβατα έχει, που δεν έχουν ακόμη ποιμένα, γιατί είναι έτοιμο το δείπνο Του στη  Βασιλεία των ουρανών και πρέπει να γεμίσουν όλες οι θέσεις!

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Ο γέροντας και τ’ άλογο – Τι είναι καλό και τι κακό;

Κάποτε ζούσε σ’ ένα χωριό κάποιος φτωχός γέροντας, ο οποίος είχε ένα όμορφο άλογο που τον βοηθούσε στις γεωργικές του ασχολίες και το οποίο ήταν τόσο όμορφο και δυνατό, ώστε ήταν γνωστό σε όλη τη γύρω περιοχή.
Κάποια μέρα, ένας πρίγκιπας που εντυπωσιάστηκε από τη φήμη και το παρουσιαστικό του αλόγου, θέλησε να το αγοράσει, προσφέροντας στον γέροντα ένα υπέρογκο ποσό. Αυτός, όμως, αρνήθηκε να πουλήσει το αγαπημένο του άλογο, µε το οποίο είχε δεθεί τόσα χρόνια, και επέστρεψε στο χωριό του.

-“Μα καλά είσαι ανόητος;” ρωτούσαν οι συγχωριανοί του.“Πούλα το άλογο για το καλό σου, θα πιάσεις πολλά χρήματα και θα είσαι ευτυχισμένος!”

-“Ααα, εμένα το άλογο με βοηθά στην εργασία μου.. Καιποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό;” απαντούσε ο γέροντας, “Μόνο Ο Θεός το ξέρει!”

Οι μέρες περνούσαν και το άλογο παρέμενε αχώριστη συντροφιά του γέροντα. Ένα πρωί ξύπνησε και είδε ότι το άλογό του είχε φύγει.

Οι συγχωριανοί του μαζεύτηκαν για να του εκφράσουν τη λύπη τους:
-“Τι μεγάλο κακό που σε βρήκε, τώρα ποιος θα σε βοηθά στις δουλειές σου; Ήσουν ανόητος που δεν πούλησες το άλογο.
Τώρα δεν έχεις ούτε τα χρήματα, ούτε το άλογο”.

Ο γέροντας με τη χαρακτηριστική ηρεμία του απαντούσε:

-“Και ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό; Μόνο Ο Θεός το ξέρει!”

Οι χωριανοί απομακρύνονταν νομίζοντας ότι του γέρου του έχει σαλέψει..

Ύστερα από λίγες μέρες το άλογο επέστρεψε στη μάντρα του γέροντα, μαζί µε μερικά άλλα πανέμορφα άγρια άλογα που είχε συναντήσει στο δάσος.
Μαζεύτηκαν ξανά οι συγχωριανοί και του έλεγαν:
-“Τι τυχερός που είσαι! Σου έτυχε μεγάλο καλό, αφού τώρα έχεις περισσότερα άλογα να σε βοηθούν.”

Ο γέροντας τους απάντησε:
-“Και ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό.. Μόνο Ο Κύριος γνωρίζει! Πάντως, είμαι ευχαριστημένος που το άλογό μου γύρισε.”
Οι συγχωριανοί του τον κοιτάζανε πάλι περιφρονητικά.


Μετά από λίγες μέρες, ο γιος του, καβαλικεύοντας ένα από τα άλογα, έπεσε κι έσπασε τα πόδια του, μένοντας ανήμπορος.

Μαζεύτηκαν πάλι οι χωριανοί λέγοντας:
-“Τι κακό που σε βρήκε! Με τα άλογα που ήρθαν, έχασες τελικά το δεξί σου χέρι στις δουλειές – τον γιο σου – που υποφέρει τώρα από τους πόνους και ίσως υποφέρει για όλη του τη ζωή.”

Ο γέρος απαντούσε πάλι:

-“Ποιος ξέρει … μόνο Ο Θεός γνωρίζει τι είναι καλό και τι κακό!”

Δεν πέρασε μια βδομάδα από αυτό το ατύχημα και μια γειτονική χώρα κήρυξε τον πόλεμο στη χώρα του. Πέρασε, λοιπόν, και από την πόλη του ο στρατός και επιστράτευσε όλους τους νέους άντρες της πόλης. Δεν πήραν, φυσικά, τον γιο του, που είχε σπασμένα πόδια, κι έτσι δεν έλαβε μέρος στις άγριες μάχες που ακολούθησαν.

Ήρθαν πάλι οι συγχωριανοί και έλεγαν:
-“Είσαι πολύ τυχερός, αφού οι γιοι όλων μας πάνε να σκοτωθούν στον πόλεμο, ενώ εσύ θα έχεις τον γιο σου πάντα κοντά σου.”

Και ο γέροντας τούς απάντησε με τρυφερότητα:
-“Εμείς οι άνθρωποι δεν ξέρουμε ποτέ αρκετά, για να κρίνουμε αν κάτι είναι ευλογία ή συμφορά. Ακόμη αδελφοί μου δεν το καταλάβατε: Μόνο Ο Θεός γνωρίζει το καλό και το κακό μας!!”
Πρέπει λοιπόν να δείχνουμε απόλυτη εμπιστοσύνη Στον Θεό μας, όχι στα λόγια αλλά έμπρακτα! Υπάρχει άραγε περίπτωση αν αφεθούμε όπως ένα μικρό παιδί στο Θέλημά του, να νιώσουμε ποτέ θλίψη, άγχος , στενοχώρια;

ΚΟΙΤΑ ΨΗΛΑ... (Δίδαγμα)

Click to view full size imageΚάπου είχα ακούσει πως καμία προσευχή δεν πάει χαμένη... Κάθε ικεσία που βγαίνει ειλικρινά, γεμάτη δάκρυα, ποτέ δεν χάνεται... Κατευθείαν πηγαίνει στον δικό Του θρόνο. Εκείνος, φίλε μου, πάντα σε κοιτάζει. Όχι βλοσυρά, όχι σαν κακός εκδικητής. Μα σαν στοργικός Πατέρας, έτοιμος να σε σηκώσει αν χτυπήσεις, έτοιμος αν στενοχωρηθείς να σε παρηγορήσει... 

Όμως, έχεις και μια Μητέρα ακόμα. Την δική Του Μητέρα που και εσένα αγαπάει όσο δεν φαντάζεσαι... Είναι η πιο γλυκιά Μητέρα του κόσμου. Όποτε την χρειαστείς και Την ζητήσεις, αμέσως θα έρθει. Αν από την καρδιά σου Την φωνάξεις, Εκείνη στη στιγμή θα είναι δίπλα σου. Ξέρεις πώς; Με ένα χάδι. Ένα αθόρυβο, ουράνιο χάδι. Η αγκαλιά της Παναγίας είναι η πιο μεγάλη, η πιο σίγουρη, η πιο στοργική, η ωραιότερη... Περιμένει μονάχα από σένα να προσπαθείς. Να αγαπάς το Παιδί Της και να προσεύχεσαι. Όσα είναι τα άστρα τ'ουρανού, ας είναι και οι προσευχές σου.

Γι'αυτό, αδερφή και αδερφέ, σέ σένα που αυτη τη στιγμη διαβάζεις αυτό το κείμενο σου λέω: "Μην στενοχωριέσαι! Κοίτα ψηλά..

Όποιος βαριέται να ζυμώσει.... .....δέκα μέρες κοσκινίζει.....

Όποιος βαριέται να ζυμώσει.... .....δέκα μέρες κοσκινίζει..... και γενικά ψάχνει νά βρῆ «πειστικές» δικαιο¬λογίες, γιά νά καλύψει τήν τεμπελιά του.
Πολύ σοφή ἡ λαϊκή παροιμία. Καί ἄν αὐτό ἰσχύει γιά τήν ὄντως κοπια¬στική ἐργασία τοῦ ζυμώματος τοῦ ψωμιοῦ, πολύ περισσότερο ἰσχύει γιά τήν περισσότερο κοπιαστική ἐργασία τῆς ἀποκτήσεως τῶν ἀρετῶν.
* * *
Στήν Καινή Διαθήκη περιλαμβάνεται μία ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Ἰακώβου, πού ἀπευθύνεται πρός ὅλους τούς Χριστιανούς. Ὅποιος δέν κάθησε ποτέ νά τήν μελετήσει, ἀδικεῖ τόν ἑαυτό του. Ἡ ἐπιστολή αὐτή περιέχει συνο¬πτικά ὅλη τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου ἀποστόλου. Ἔστω κι ἄν εἶναι μικρή, δείχνει τό μεγαλεῖο τῆς καρδιᾶς του.
Ἡ ἐπιστολή του ἀρχίζει μέ μιά προτροπή, πού δείχνει τήν βαθειά πεῖρα του ἀπό τόν ἀγῶνα τῆς σωτηρίας. Πρόκειται γιά μιά προτροπή πού ἠχεῖ πολύ παράξενα στά αὐτιά τῶν σημερινῶν ἀνθρώπων, πού μοναδική τους ἔγνοια εἶναι τό βόλεμα καί ἡ καλοπέραση· δηλαδή, τούς ἀρέσει νά βρίσκουν συνεχῶς δικαιολογίες, γιά νά μήν ἀρχίσουν ποτέ νά δουλεύουν σοβαρά γιά τήν ψυχή τους.
Λέει ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος: «Νά χαίρετε ὅταν πέσετε σέ πολλές καί διάφορες δοκιμασίες. Νά μή τό θεωρεῖτε αὐτό κακοτυχία. Ἀλλά χαρά! Γιατί ἔτσι δοκιμάζεται ἡ γνησιότητα τῆς πίστης σας. Καί ἔτσι ἀποκτᾶτε ὑπομονή».
Μέ ἄλλα λόγια, λέγει ὁ ἅγιος ἀπόστολος:
Δεχθῆτε τίς δοκιμασίες, πού ἐπιτρέπει ὁ Θεός νά σᾶς ἔλθουν, σάν εὐλο¬γία. Ὄχι σάν κατάρα. Δεχθῆτε τις σάν εὐκαιρία νά προπονηθῆτε. Νά γυμνα¬σθῆτε. Νά ἀποκτήσετε πλάτες πιό γερές καί μπράτσα πιό δυνατά. Δεχθῆτε τις σάν στερεά τροφή, πού θά σᾶς βοηθήσει νά «μεγαλώσετε» πνευματικά. Νά ὠρι¬μάσετε. Νά στερεωθῆτε στήν ἀληθινή πίστη. Καί νά στολισθῆτε μέ στεφάνια ἀνδρείας καί ὑπομονῆς. Νά βαθύνει καί νά ζεσταθῆ ἡ σχέση σας μέ τόν Χριστό.
* * *
Λίγο πιό κάτω ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ἀναιρεῖ μιά ἄλλη δικαιολογία, πού σήμερα εἶναι πολύ τῆς μόδας. Λένε πολλοί: «Ἡ ἁμαρτία εἶναι φυσικό πρᾶγμα».Μέ ἄλλα λόγια: «αἰτία πολλῶν πειρασμῶν εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός!»
- Ὄχι, λέγει ὁ ἅγιος Ἰάκωβος. Ὁ Θεός οὔτε πειράζει κανένα, οὔτε πειράζεται ἀπό κανέναν. Καθένας μπαίνει σέ πειρασμό ἀπό τήν δική του ἐπιθυμία. Αὐτή τόν παρασύρει καί τόν ἐξαπατάει. Καί ἀπό αὐτή τήν ἐπιθυμία γεννιέται ἡ ἁμαρτία, πού φέρνει τόν θάνατο.
Μέ ἄλλα λόγια ὁ ἅγιος ἀπόστολος Ἰάκωβος τονίζει: «Μήν ψάχνεις γιά τήν αἰτία τοῦ κακοῦ ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό σου. Ὁ ἑαυτός σου καί τά πάθη σου εἶναι οἱ κύριες αἰτίες τῆς ταλαιπωρίας σου. Ἡ μόνη ἐλπίδα νά ἐλευθερωθῆς ἀπό τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο πού αὐτή φέρνει, εἶναι νά πολεμήσεις ἐναντίον τοῦ κακοῦ ἑαυτοῦ σου καί τῶν παθῶν σου».

Η ιστορία των τριών δέντρων


Ήταν μια φορά σ’ ένα δάσος τρία δένδρα.
Καθένα από αυτά είχε για τον εαυτό του έναν οραματισμό, μια προοπτική.
Το πρώτο επιθυμούσε να αξιωθεί να γίνει κάποια στιγμή ένα πολύτιμο μπαούλο, «ξυλόγλυπτο» όμορφα σκαλισμένο, που μέσα του θα φυλάσσεται ένας πολύτιμος θησαυρός. Αυτό ήταν το όραμα του και η προοπτική του.
Το δεύτερο δένδρο ήθελε να αξιωνόταν να γίνει στα χέρια ενός καλού ναυπηγού ένα μεγάλ
ο καράβι «γερό σκαρί» όμορφο, μεγαλόπρεπο, που θα μετέφερε βασιλιάδες και επίσημα πρόσωπα, που θα έκανε ταξίδια υψηλών προσώπων.
Το τρίτο δένδρο έλεγε ότι το μόνο που θα ήθελε ήταν να είχε γίνει το πιο ψηλό και πιο δυνατό δένδρο του δάσους, έτσι ώστε οι άνθρωποι, που θα βλέπουν το ύψος του στην κορυφή του λόφου, να σκέπτονται τον Ουρανό και τον Θεό.
Όμως πέρασαν τα χρόνια. Και τα πράγματα εξελίχθηκαν κάπως αλλιώς.
Πήγαν υλοτόμοι.
Και έκοψαν το πρώτο δένδρο. Και ενώ σχεδίαζε και ποθούσε να γίνει όμορφο ξυλόγλυπτο μπαούλο για θησαυρούς, ο ξυλουργός το έκαμε δοχείο για την τροφή των ζώων, παχνί για τα άχυρα των ζώων.
Το δεύτερο δένδρο, που ήθελε να γίνει ωραίο καράβι, για να μεταφέρει βασιλιάδες, έγινε ένα μικρό ψαροκάικο, που τόχαν φτωχοί ψαράδες να ψαρεύουν.
Το τρίτο δένδρο, που ήθελε να μείνει το ψηλότερο του δάσους το έκοψε κάποιος ξυλοκόπος και το έβαλε στην αποθήκη του.
Περνούσαν χρόνια. Και τα δέντρα, απογοητευμένα από την εξέλιξη των πραγμάτων, ξέχασαν ακόμα και τα όνειρά τους.
Όμως κάποια μέρα ένας άνδρας και μια γυναίκα ήλθαν στον στάβλο, που ήταν εκείνο το ξύλινο παχνί με τα άχυρα και εκεί η γυναίκα γέννησε ένα αγοράκι και το τοποθέτησαν στο παχνί που είχε φτιαχτεί από το πρώτο δένδρο.
Ήταν ο Ιωσήφ και η Παναγία Θεοτόκος. Και απόθεσαν σ' εκείνο το ξύλινο παχνί όχι απλώς διαμάντια και χρυσάφια, αλλά τον ίδιο τον θεό, που είχε γίνει άνθρωπος για μας.
Στο μικρό ψαροκάικο, που είχε γίνει από το δεύτερο δένδρο, μετά από χρόνια μπήκαν κάτι ψαράδες. Ένας απ' αυτούς κουρασμένος ξάπλωσε να κοιμηθεί. Είχαν ανοιχθεί στη θάλασσα. Και ξέσπασε μια μεγάλη τρικυμία. Και το ψαροκάικο δεν ήταν αρκετά δυνατό για να κρατήσει. Και η θάλασσα ειρήνεψε αμέσως. Ήταν ο Χριστός μαζί με τους μαθητές του στη λίμνη Γεννησαρέτ. Έτσι και το δεύτερο δένδρο, που είχε φιλοδοξήσει να γίνει μεγάλο πλοίο, που θα μετέφερε υψηλά πρόσωπα και βασιλιάδες, αξιώθηκε να μεταφέρει τον βασιλέα των βασιλέων, τον ίδιο τον Χριστό με τους μαθητές Του!
Και το τρίτο δένδρο, που ήταν στην αποθήκη του ξυλουργού, μια μέρα το πήραν και έκαναν ένα σταυρό' Και σ' αυτόν τον σταυρό σταύρωσαν τον Χριστό. Έτσι το δένδρο αυτό έγινε πιο ψηλό από ό,τι είχε επιθυμήσει. Έφθασε στον ουρανό και στον θεό! Έγινε, όπως λέμε σε ένα τροπάριο, ουρανού Ισοστάσιο.
Τελικά, το κάθε ένα από τα δένδρα της ιστορίας μας απόκτησε όχι μόνο αυτό που ήθελε και ποθούσε, αλλά ασυγκρίτως περισσότερα όχι όμως με τον τρόπο που φανταζόταν και σχεδίαζε...
Δεν γνωρίζουμε ποιο είναι το θέλημα του Θεού για μας.
Πρέπει όμως να μην ξεχνάμε ποτέ, ότι εκείνο που μας ετοιμάζει ο Θεός, είναι πάντα προτιμότερο και ωφελιμότερο για μας.
Εμείς πρέπει να κάνουμε όνειρα. Για το καλό. Πρέπει όμως να μην ξεχνάμε και ότι τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως εμείς θα θέλαμε. Και ότι ο Θεός οικονομεί και γίνονται καλύτερα από ό,τι εμείς φανταζόμαστε.
Ας έχουμε πίστη. Πίστη και εμπιστοσύνη στον Θεό!!!

Ας αφήσουμε τη ζωή μας όλη στα χέρια Του Πανάγαθου Θεού